Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων και τεχνολογικών ανακατατάξεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση έρχεται αντιμέτωπη με την επικίνδυνη εξάρτησή της από την Κίνα στον τομέα των μικροτσίπ. Όπως επισημαίνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) σε πρόσφατη έκθεσή του, ένα στα τρία μικροτσίπ χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ –από αυτοκίνητα μέχρι οικιακές και ιατρικές συσκευές– εισάγεται από την Κίνα.
Η κατάσταση αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση τον φιλόδοξο στόχο της Ευρωπαϊκής Πράξης για τα Τσιπ του 2023, που προβλέπει τη συμμετοχή της ΕΕ με ποσοστό 20% στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας των μικροτσίπ έως το 2030, αναφέρουν πληροφορίες του Politico. Σύμφωνα με την έκθεση, ο στόχος χαρακτηρίζεται ως «μη ρεαλιστικός», με εκτιμήσεις να δείχνουν ότι το ποσοστό δεν θα ξεπεράσει το 11,7%.
Παρά την ύπαρξη ισχυρών ευρωπαϊκών παικτών, όπως οι Infineon, NXP και STMicroelectronics, που στηρίζουν κυρίως την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η εσωτερική παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ σε μικροτσίπ με την Κίνα ανήλθε στα 9,8 δισ. ευρώ το 2024, ενώ παρόμοια ελλείμματα σημειώνονται και με άλλους τεχνολογικούς κόμβους, όπως η Ταϊβάν, που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή προηγμένων τσιπ.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τη στρατηγική σημασία αυτών των τσιπ για την «πράσινη μετάβαση», καθώς απαιτούνται σε τεχνολογίες μειωμένης ενεργειακής κατανάλωσης. Όπως αναφέρουν οι ελεγκτές, η εξάρτηση αυτή αναμένεται να ενταθεί στο μέλλον, θέτοντας την ΕΕ σε ακόμα πιο ευάλωτη θέση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν και υπεραμύνεται της Πράξης για τα Τσιπ, παραδέχεται τις δυσκολίες. Την ίδια στιγμή, η Ένωση ερευνά την επίδραση των επιδοτούμενων κινεζικών εταιρειών στην αγορά, σε μια συντονισμένη προσπάθεια με τις ΗΠΑ για να ελέγξουν την επιρροή του Πεκίνου στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά η Άνεμι Τέρτελμπουμ, μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, «ίσως δεν μπορούμε να βασιστούμε ούτε στους παραδοσιακούς μας συμμάχους». Η προειδοποίησή της αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο αίσθημα επείγοντος: η Ευρώπη οφείλει να επιταχύνει τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγική της ικανότητα, αν επιθυμεί να διασφαλίσει την τεχνολογική της αυτονομία σε έναν όλο και πιο ανταγωνιστικό και αβέβαιο κόσμο.