Η Apple προσέφυγε στη Δικαιοσύνη την Παρασκευή 10 Ιουλίου, καταθέτοντας αγωγή σε βάρος της OpenAI και δύο πρώην υψηλόβαθμων στελεχών της, τους οποίους κατηγορεί ότι υπεξαίρεσαν παράνομα εμπορικά μυστικά της εταιρείας με σκοπό να ενισχύσουν την επέκταση της δημιουργού του ChatGPT στον χώρο των καταναλωτικών συσκευών. Η συγκεκριμένη νομική κίνηση θεωρείται σημαντική εξέλιξη στις ήδη τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στις δύο εταιρείες-κολοσσούς της τεχνολογίας.
Όπως μεταδίδει το Reuters, η Apple υποστηρίζει ότι η OpenAI υλοποίησε μια οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια συλλογής και αξιοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η διαδικασία αυτή βασίστηκε στην πρόσληψη πρώην εργαζομένων της Apple, στις σχέσεις με προμηθευτές της εταιρείας, αλλά και σε συγκεκριμένες πρακτικές στελέχωσης, με στόχο την ταχύτερη ανάπτυξη των δικών της καταναλωτικών προϊόντων.
Από την πλευρά της, η OpenAI απέρριψε τις κατηγορίες, δηλώνοντας πως δεν ενδιαφέρεται για τα εμπορικά μυστικά άλλων επιχειρήσεων. Σε ανακοίνωσή της υπογράμμισε ότι παραμένει αφοσιωμένη στην ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών που ενισχύουν τις δυνατότητες των ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η δικαστική αντιπαράθεση εκτιμάται ότι μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό γύρω από τη νέα γενιά συσκευών Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργούν χωρίς τις παραδοσιακές εφαρμογές ή ακόμη και χωρίς τα συμβατικά λειτουργικά συστήματα. Σε περίπτωση που οι συγκεκριμένες συσκευές καταφέρουν να κερδίσουν την αγορά, θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις πωλήσεις του iPhone, του εμπορικά πιο επιτυχημένου προϊόντος της Apple.
Αναλυτές θεωρούν πιθανό η OpenAI να εργάζεται είτε πάνω στη δημιουργία ενός δικού της smartphone είτε στην ανάπτυξη κάποιας άλλης έξυπνης συσκευής. Η έντονη κούρσα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει ήδη οξύνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο εταιρείες, τόσο για την προσέλκυση εξειδικευμένων επιστημόνων όσο και για την απόκτηση προηγμένων τεχνολογιών.
Ο αναλυτής της PP Foresight, Πάολο Πεσκατόρε, σημείωσε ότι η Apple αντιμετωπίζει πλέον την OpenAI όχι μόνο ως συνεργάτη αλλά και ως εν δυνάμει ανταγωνιστή, καθώς η τελευταία επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το iPhone και να αποκτήσει απευθείας σχέση με τους καταναλωτές. Όπως επισήμανε, ακόμη και αν οι καταγγελίες δεν επιβεβαιωθούν, η αγωγή μπορεί να επιβραδύνει τα σχέδια της OpenAI και να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο μια συνεργασία που ήδη εμφανίζει σημάδια αστάθειας.
Οι κατηγορίες της Apple
Η αγωγή κατατέθηκε στο Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Δικαστήριο της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνιας, λίγες ημέρες αφότου η OpenAI είχε καταφέρει να αποκρούσει άλλη δικαστική προσφυγή, η οποία είχε κατατεθεί από την xAI του Έλον Μασκ.
Μεταξύ των εναγομένων βρίσκονται ο Τσανγκ Λίου, πρώην ανώτερος μηχανικός ηλεκτρονικών συστημάτων της Apple, καθώς και ο Τανγκ Γιου Ταν, ο οποίος διετέλεσε αντιπρόεδρος σχεδιασμού προϊόντων για το iPhone και το Apple Watch.
Η Apple ισχυρίζεται ότι ο Λίου δεν επέστρεψε τον υπηρεσιακό φορητό υπολογιστή μετά την αποχώρησή του και στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκε κενό ασφαλείας στο σύστημα πιστοποίησης της εταιρείας. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την αγωγή, απέκτησε πρόσβαση στο εσωτερικό δίκτυο της Apple και κατέβασε δεκάδες απόρρητα αρχεία που σχετίζονταν με το υλικό των συσκευών της.
Παράλληλα, η εταιρεία υποστηρίζει ότι ο Ταν, πριν αποχωρήσει από την Apple, αξιοποιούσε συστηματικά εμπιστευτικές πληροφορίες προς όφελος της OpenAI. Συγκεκριμένα, φέρεται να απέστειλε στον προσωπικό του λογαριασμό στοιχεία που αφορούσαν προμηθευτές της Apple, καθώς και εσωτερικές αναλύσεις για τον κλάδο.
Σύμφωνα με το προφίλ του στο LinkedIn, ο Ταν εργάστηκε στην Apple επί 24 χρόνια, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του πορείας στην ανάπτυξη του iPhone.
Η Apple ισχυρίζεται ακόμη ότι ο Ταν παρότρυνε εργαζομένους της να μεταφέρουν εξαρτήματα της εταιρείας στις συνεντεύξεις τους με την OpenAI, ώστε να χρησιμοποιούνται για επιδείξεις. Ως παράδειγμα επικαλείται περιστατικό κατά το οποίο υποψήφιος εργαζόμενος φέρεται να δήλωσε: «Δεν ήξερα καν ότι μπορούσαμε να τα πάρουμε από το γραφείο».
Στην αγωγή περιλαμβάνονται επίσης ως εναγόμενοι το OpenAI Foundation, η εμπορική θυγατρική OpenAI Group PBC και η io Products, η εταιρεία καταναλωτικών συσκευών που εξαγοράστηκε από την OpenAI.
Η Apple αναφέρει ακόμη ότι ήδη από τον Φεβρουάριο είχε αποστείλει επιστολή προς την OpenAI, εκφράζοντας την ανησυχία της ότι εμπιστευτικές πληροφορίες της είχαν περιέλθει στην κατοχή της εταιρείας. Παράλληλα, είχε ζητήσει να πραγματοποιηθεί συνάντηση για να εξεταστεί το ζήτημα, χωρίς όμως, όπως υποστηρίζει, να λάβει ποτέ απάντηση.
Η εταιρεία επισημαίνει επίσης ότι περισσότεροι από 400 πρώην εργαζόμενοί της απασχολούνται πλέον στην OpenAI. Όπως αναφέρει στην αγωγή, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι αρκετοί διαθέτουν γνώση εμπορικών μυστικών της Apple, χωρίς όμως αυτό να δίνει στην OpenAI το δικαίωμα να αξιοποιεί αυτές τις πληροφορίες προκειμένου να επιταχύνει την ανάπτυξη των δικών της προϊόντων.
Παράλληλα, η Apple κατηγορεί την OpenAI ότι επιχείρησε να αποκτήσει εμπιστευτικές πληροφορίες μέσω των προμηθευτών της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, σε μία περίπτωση προμηθευτής εφάρμοσε μια μυστική μέθοδο επεξεργασίας μετάλλου, θεωρώντας λανθασμένα ότι η OpenAI είχε ήδη λάβει σχετική άδεια από την Apple.
Οι εκτιμήσεις των νομικών
Ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Μαρκ Λέμλεϊ, εκτίμησε ότι η υπόθεση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες δικαστικές διαμάχες στον χώρο της τεχνολογίας. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς της Apple, όπως η πρόσληψη εκατοντάδων πρώην εργαζομένων της, δεν συνιστούν από μόνοι τους παραβίαση της νομοθεσίας της Καλιφόρνιας. Όπως ανέφερε, εάν αποδειχθεί ότι οι εργαζόμενοι μετέφεραν εμπιστευτικά έγγραφα και ότι αυτά χρησιμοποιούνται από την OpenAI, τότε η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερα σοβαρή διάσταση.
Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Νομικής του Πανεπιστημίου Rutgers, Καμίλα Χέρντι, επισήμανε ότι η συγκεκριμένη διαμάχη ενδέχεται να αποδειχθεί εξαιρετικά σύνθετη, καθώς οι περισσότερες αντίστοιχες υποθέσεις στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης αφορούσαν μέχρι σήμερα λογισμικό και όχι εξοπλισμό ή υλικό. Όπως τόνισε, τέτοιου είδους αγωγές είναι συνηθισμένες στον τεχνολογικό κλάδο και συνήθως κατά την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας έρχονται στο φως πολύ περισσότερα στοιχεία. Παράλληλα, σημείωσε ότι η OpenAI διαθέτει τους οικονομικούς και νομικούς πόρους για να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη θέση της.
Η ένταση μεταξύ των δύο εταιρειών είχε ήδη γίνει εμφανής πριν από την κατάθεση της αγωγής. Σύμφωνα με πηγή που είχε μιλήσει στο Reuters τον Μάιο, η OpenAI εξέταζε ακόμη και το ενδεχόμενο να κινηθεί νομικά κατά της Apple, επικαλούμενη πιθανή παραβίαση της μεταξύ τους συμφωνίας.
Το 2024 η Apple ανακοίνωσε την ενσωμάτωση της πλατφόρμας Apple Intelligence στις εφαρμογές της, συμπεριλαμβανομένης της Siri, ενώ παράλληλα πρόσθεσε το ChatGPT στις συσκευές της. Έτσι, οι χρήστες μπορούν να λαμβάνουν απαντήσεις του ChatGPT μέσω της Siri, ενώ οι κάτοχοι iPhone έχουν τη δυνατότητα να εγγράφονται στις συνδρομητικές υπηρεσίες του ChatGPT απευθείας μέσα από τις ρυθμίσεις του iOS.
Τον περασμένο μήνα η Apple παρουσίασε, ύστερα από σημαντική καθυστέρηση, τη νέα έκδοση της Siri, δύο χρόνια μετά τις αρχικές εξαγγελίες για εκτεταμένες αναβαθμίσεις της ψηφιακής βοηθού.
Την ίδια περίοδο, η OpenAI προχώρησε στην εξαγορά της io Products, εταιρείας που είχε ιδρύσει ο πρώην επικεφαλής σχεδιασμού της Apple, Τζόνι Αϊβ, καταβάλλοντας 6,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της για επέκταση από το λογισμικό στις καταναλωτικές συσκευές. Παρότι ο Αϊβ συνδέεται με την εταιρεία, το όνομά του δεν περιλαμβάνεται στους εναγόμενους της αγωγής.