Άνοδο 6,1% κατέγραψε η αγορά οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στο πρώτο δίμηνο του 2026 όπως ανέφερε χθες στην Γενική Συνέλευση του ECR Hellas, ο Αλέξανδρος Φλώρος, Retail Vertical Leader, Mediterranean cluster NIELSENIQ, στο πλαίσιο της παρουσίασής του με θέμα: FMCG Organized Trade: What we saw in 2025, what to expect in 2026. Όσον αφορά ειδικά τα FMCGs, στο πρώτο δίμηνο της φετινής χρονιάς η συνολική αξία πωλήσεων αυξήθηκε κατά 8,3%, με τον όγκο να συμβάλλει κατά 7,3% και τις αυξήσεις τιμών. κατά 1%.
Αντίθετα, στο κανάλι Cash & Carry η εικόνα είναι διαφορετική. Στο πρώτο δίμηνο του 2026 η αξία πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4,6%, κυρίως λόγω της αύξησης του όγκου κατά 6,1% καθώς οι τιμές κινήθηκαν πτωτικά κατά -1,5%.
Επεσήμανε πως τα στοιχεία αυτά δεν ενδείκνυνται για ασφαλή συμπεράσματα καθώς πρόκειται για μια περίοδο έντονης εποχικότητας αλλά όπως σημείωσε φαίνεται πως η ανάπτυξη της αγοράς FMCG στηρίζεται πλέον περισσότερο στην αύξηση της κατανάλωσης παρά στις ανατιμήσεις, με τις πιέσεις να είναι πιο εμφανείς στο κανάλι της χονδρικής, που γνωρίζει κάμψη λόγω και της υποχώρησης της HORECA. Bέβαια, υπογράμμισε επίσης πως η κρίση στην Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα και αυξημένη αβεβαιότητα, μην επιτρέποντας την συγκεκριμένη στιγμή οποιαδήποτε ασφαλή πρόβλεψη όσον αφορά το πως θα κλείσει η χρονιά.
Ανάπτυξη σε περιβάλλον πίεσης
Όπως τόνισε, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα διατηρήσει και το 2026 ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που κινείται γύρω στο 1,2%. Ωστόσο, η εικόνα της κατανάλωσης συνεχίζει να διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης για τα νοικοκυριά.
Η καταναλωτική ψυχολογία παραμένει επιφυλακτική. Σύμφωνα με στοιχεία της NielsenIQ, το 52% των Ελλήνων δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν, όταν το αντίστοιχο ποσοστό παγκοσμίως διαμορφώνεται στο 32%. Παράλληλα, μόλις το 3% δηλώνει ότι μπορεί να ξοδεύει ελεύθερα, ενώ το 63% αναφέρει ότι το εισόδημά του επαρκεί μόνο για τις βασικές ανάγκες, έναντι 41% σε διεθνές επίπεδο.
Η πίεση αυτή συνδέεται και με τη μακροχρόνια επίδραση του πληθωρισμού. Η σωρευτική επιβάρυνση από τις τιμές την περίοδο 2004-2025 φτάνει το +48,8%, περιορίζοντας σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα. Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στο ενεργειακό κόστος, όπου ο σχετικός δείκτης για ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο και θερμική ενέργεια έχει αυξηθεί κατά περίπου 120 μονάδες σε σχέση με το 2006.
Ανθεκτικότητα χάρη στην κατανάλωση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αγορά οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων συνεχίζει να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Όπως ανέφερε ο κ, Φλωρος σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, ο τζίρος του κλάδου το 2025 αυξήθηκε κατά 7,1%, φτάνοντας τα 16,2 δισ. ευρώ.
Κύριος μοχλός της ανάπτυξης ήταν η ζήτηση. Στα ταχυκίνητα καταναλωτικά προϊόντα (FMCGs), που αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% των πωλήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου, η αγορά αναπτύχθηκε κατά 5,9%. Από αυτή την αύξηση, το 4,2% προήλθε από την άνοδο των πωλούμενων όγκων και μόλις το 1,7% από τις αυξήσεις τιμών, στοιχείο που δείχνει σταδιακή επιστροφή της πραγματικής κατανάλωσης μετά την περίοδο των έντονων ανατιμήσεων.
Σε επίπεδο κατηγοριών, τα τρόφιμα και ποτά παραμένουν ο βασικός πυλώνας της αγοράς με ανάπτυξη 6,8%, ενώ τα fresh & bulk προϊόντα – όπως κρέας, ψάρια, φρούτα και λαχανικά – σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο, με +10,1% σε αξία. Ισχυρή δυναμική κατέγραψαν επίσης οι κατηγορίες Snacking (+10,9%), τα γαλακτοκομικά (+9,5%), τα προϊόντα φροντίδας κατοικιδίων (+8,7%) και τα μη αλκοολούχα ροφήματα (+8,0%).
Αντίθετα, σε επίπεδο τιμών η εικόνα διαφοροποιείται μεταξύ κατηγοριών. Μόνο στα τυποποιημένα τρόφιμα και ποτά καταγράφηκε αύξηση μέσης τιμής (+2,6%), ενώ στις κατηγορίες μη τροφίμων συνεχίστηκαν οι αποπληθωριστικές τάσεις. Τα προϊόντα φροντίδας σπιτιού εμφάνισαν μείωση μέσης τιμής κατά -1,0%, ενώ στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και ομορφιάς η πτώση έφτασε το -2,2%.
Σταθερά ανοδική πορεία καταγράφουν και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Τα Private Label αυξήθηκαν κατά 6,1% το 2025, ενισχύοντας οριακά το μερίδιό τους από 24,3% σε 24,4%, εξέλιξη που δείχνει ότι η αναζήτηση αξίας παραμένει βασικό κριτήριο για τον Έλληνα καταναλωτή.
Η ανάπτυξη της αγοράς αποτυπώνεται και στις επιδόσεις των διαφορετικών τύπων καταστημάτων. Τα hypermarkets κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων 8,8%, ενώ ακόμη υψηλότερους ρυθμούς εμφάνισαν τα μικρά super markets (401-1000 τ.μ.) με +8,9% και οι superettes (100-400 τ.μ.) με +9,0%. Η τάση αυτή συνδέεται με τη σταδιακή στροφή των αλυσίδων σε μικρότερα καταστήματα γειτονιάς και σημεία εύκολης πρόσβασης.
Την ίδια στιγμή, το λεγόμενο παραδοσιακό λιανεμπόριο – περίπτερα και ψιλικά – συνέχισε να υποχωρεί, με αρνητική τάση -2,8% στο κλείσιμο του 2025.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η ανάπτυξη εμφανίζεται ευρέως διασκορπισμένη. Τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου κατέγραψαν τη μεγαλύτερη άνοδο με +10,0%, ενώ η Κρήτη ακολούθησε με +9,6%, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του τουρισμού για τον κλάδο. Η Αττική, παρότι συγκεντρώνει το 41% της συνολικής αξίας της αγοράς, κινήθηκε με πιο συγκρατημένο ρυθμό στο +5,9%.
Παράλληλα, η προωθητική ένταση μειώθηκε αισθητά μέσα στο 2025. Στα branded FMCGs το ποσοστό πωλήσεων υπό προωθητικές ενέργειες υποχώρησε από 64,4% τον Ιανουάριο σε 39,6% τον Δεκέμβριο, γεγονός που δείχνει σταδιακή εξομάλυνση της αγοράς μετά τα χρόνια έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Τέλος, οι εξελίξεις στον τουρισμό και την εστίαση επηρεάζουν έμμεσα και το λιανεμπόριο. Ο κλάδος accommodation παρουσίασε ισχυρή ανάκαμψη μετά το 2020, με τον ετήσιο τζίρο να αυξάνεται από 2,4 δισ. ευρώ σε 11,7 δισ. ευρώ το 2025. Αντίθετα, ο κλάδος food services (HORECA) κατέγραψε μικρή κάμψη σε σχέση με το 2023, με τον τζίρο να μειώνεται κατά περίπου 1%.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η αγορά τροφίμων διατηρεί θετική δυναμική, με βασικό μοχλό πλέον την πραγματική κατανάλωση. Την ίδια στιγμή όμως, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και το αυξημένο κόστος ζωής συνεχίζουν να καθορίζουν τη συμπεριφορά του Έλληνα καταναλωτή.