Με «καύσιμο» επιδοτήσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τις 36.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, αλλά και με στόχο να βγουν στην αγορά χιλιάδες κλειστές κατοικίες, ξεκινά τον Μάιο το νέο στεγαστικό πρόγραμμα «Ανακαινίζω», συνολικού προϋπολογισμού 500 εκατ. ευρώ.
Το πρόγραμμα επιχειρεί να δώσει ισχυρό κίνητρο στους ιδιοκτήτες παλαιών ακινήτων ώστε να προχωρήσουν σε ανακαινίσεις και να διαθέσουν τα σπίτια προς ενοικίαση, την ώρα που η στεγαστική κρίση και τα υψηλά ενοίκια πιέζουν νοικοκυριά και νέους ενοικιαστές. Παράλληλα, προβλέπει και σημαντική «ανάσα» για τους μισθωτές, καθώς τα νέα συμβόλαια θα είναι πενταετούς διάρκειας με «παγωμένο» ενοίκιο για τα τρία πρώτα χρόνια.
Το νέο πρόγραμμα αφορά κατοικίες που έχουν κατασκευαστεί έως το 1990 και προβλέπει επιδότηση έως 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για ακίνητα επιφάνειας έως 120 τ.μ. Το ποσοστό ενίσχυσης μπορεί να φτάσει ακόμη και το 95% για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως άτομα με αναπηρία και μονογονεϊκές οικογένειες, ανάλογα και με τη γεωγραφική περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο.
Βασικός στόχος της παρέμβασης είναι να «ανοίξουν» χιλιάδες διαμερίσματα που σήμερα παραμένουν κλειστά και ανεκμετάλλευτα, ενισχύοντας έτσι την προσφορά κατοικιών στην αγορά μίσθωσης.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης, η υλοποίηση του προγράμματος θα εξελιχθεί σε τρία στάδια.
Το πρώτο βήμα αναμένεται στα τέλη Μαΐου ή στις αρχές Ιουνίου, όταν θα ανοίξει μέσω του Gov.gr η πλατφόρμα ελέγχου επιλεξιμότητας. Εκεί οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες θα μπορούν να διαπιστώνουν αν πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής, κατά τα πρότυπα του προγράμματος «Σπίτι μου 2».
Από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο θα ακολουθήσει η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης και ηλεκτρονικής ταυτότητας κτιρίου για κάθε ακίνητο που θα επιδιώξει να ενταχθεί στο πρόγραμμα.
Η υποβολή των πλήρων αιτήσεων με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά τοποθετείται χρονικά στις αρχές Σεπτεμβρίου. Στη συνέχεια θα ξεκινήσουν οι εργασίες ανακαίνισης, με την επιδότηση να καλύπτει μέρος του συνολικού κόστους, βάσει του διαθέσιμου προϋπολογισμού και των σχετικών τιμολογίων που θα προσκομίσουν οι δικαιούχοι.
Στην πρώτη φάση του, το «Ανακαινίζω» θα αφορά αποκλειστικά κλειστά ακίνητα που θα διατεθούν στη συνέχεια προς ενοικίαση. Σε δεύτερο χρόνο, και πιθανότατα από τις αρχές του 2027, εξετάζεται η επέκταση του προγράμματος και σε κατοικίες που προορίζονται για ιδιοκατοίκηση.
Προϋπόθεση για την ένταξη ενός ακινήτου είναι να πρόκειται για κατοικία ηλικίας άνω των 35 ετών, δηλαδή να έχει κατασκευαστεί έως το 1990.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο πρόγραμμα στην Ευρώπη που δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην ίδια την ανακαίνιση και όχι αποκλειστικά στην ενεργειακή αναβάθμιση. Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα επιδοτούμενα προγράμματα απαιτούσαν σχεδόν το σύνολο της χρηματοδότησης να κατευθύνεται σε ενεργειακές παρεμβάσεις.
Στο νέο μοντέλο, ωστόσο, απαιτείται μόνον ένα ελάχιστο ποσοστό — περίπου 20% των εργασιών — να αφορά ενεργειακή αναβάθμιση, όπως μονώσεις, αντικατάσταση κουφωμάτων και άλλες παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας. Το υπόλοιπο 80% της επιδότησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ουσιαστικές εργασίες ανακαίνισης, όπως επισκευές, βαψίματα, αλλαγές σε κουζίνες και μπάνια, αντικατάσταση δαπέδων και γενικότερη λειτουργική αναβάθμιση του ακινήτου, ώστε να καταστεί ξανά κατοικήσιμο και βιώσιμο.
Η κρατική ενίσχυση, πάντως, συνοδεύεται και από συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τους ιδιοκτήτες. Όσοι εντάξουν κλειστά ακίνητα στο πρόγραμμα θα υποχρεούνται να τα διαθέσουν προς μίσθωση για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Επιπλέον, για τα τρία πρώτα χρόνια της μίσθωσης θα πρέπει να διατηρούν σταθερό το ενοίκιο, χωρίς αυξήσεις, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις στην αγορά κατοικίας.
Με βάση τον σχεδιασμό, τα νέα μισθωτήρια συμβόλαια θα είναι πενταετούς διάρκειας, ενώ δυνατότητα αναπροσαρμογής του ενοικίου θα υπάρχει μόνο από τον τέταρτο χρόνο και μετά.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι ιδιοκτήτες καλούνται να σταθμίσουν και το αυξημένο κόστος των οικοδομικών υλικών και των εργασιών, καθώς η επιδότηση παραμένει «κλειδωμένη» στα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανεξάρτητα από τις ανατιμήσεις που καταγράφονται στην αγορά κατασκευών.