Μόλις το 31% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει ενσωματώσει πλήρως τη βιωσιμότητα στην εταιρική στρατηγική, την κατανομή κεφαλαίων και τη διαχείριση κινδύνων, έναντι 47% διεθνώς, ενώ μόνο το 16% διαθέτει κοστολογημένο σχέδιο εφαρμογής και μόλις το 6% δηλώνει ότι η βιωσιμότητα μετασχηματίζει το επιχειρηματικό του μοντέλο, σύμφωνα με στοιχεία της Deloitte που παρουσίασε ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, εταίρος της εταιρείας και επικεφαλής των τομέων Βιωσιμότητας, Ενέργειας, Πόρων και Βιομηχανίας, στο 24ο Συνέδριο Εταιρικής Βιωσιμότητας του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Το συνέδριο πραγματοποιείται στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και βρίσκεται σε εξέλιξη έως το απόγευμα της Τρίτης.
Στις συζητήσεις των πάνελ, εκπρόσωποι επιχειρήσεων, ειδικοί και στελέχη οργανισμών εξετάζουν πώς η βιωσιμότητα μπορεί να περάσει από τη στρατηγική στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την καθημερινή πρακτική, σε συνθήκες οικονομικής αβεβαιότητας και πιέσεων στην αγοραστική δύναμη.
Κατά την έναρξη των εργασιών, ο πρόεδρος του επιμελητηρίου, Ιωάννης Σαρακάκης, ανέδειξε τη σημασία της επιχειρηματικότητας που βασίζεται σε αξίες, με έμφαση στην ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Ο εκτελεστικός διευθυντής του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, Ηλίας Σπυρτούνιας, υπογράμμισε ότι η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα αποτελούν αλληλένδετες προϋποθέσεις για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, επισημαίνοντας ότι η ενσωμάτωση της βιωσιμότητας σε κάθε πτυχή της εταιρικής λειτουργίας δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εταιρικής Βιωσιμότητας, Πάκης Παπαδημητρίου, έθεσε στο επίκεντρο τον άνθρωπο, ενώ τον συντονισμό του συνεδρίου έχει η αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Μαρία Ζιουβέλου, η οποία υπογράμμισε ότι, πάντα, στον επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος.
Διαφάνεια και εμπιστοσύνη στην ψηφιακή εποχή
Στο πάνελ «Εμπιστοσύνη στην οικονομία της προσοχής: Διαφάνεια, επιρροή και δύναμη του καταναλωτή», η συζήτηση επικεντρώθηκε στην υπεύθυνη επικοινωνία των επιχειρήσεων και στην προστασία των καταναλωτών σε ένα περιβάλλον όπου οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι δημιουργοί περιεχομένου επηρεάζουν τις αγοραστικές επιλογές.
Η Ευγενία Μπόζου, επικεφαλής Κυβερνητικών Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής της Google για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα, σημείωσε ότι η διαφάνεια δεν περιορίζεται στη συμμόρφωση με τη νομοθεσία, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική ευθύνη απέναντι στους χρήστες, οι οποίοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τι συμβαίνει και να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις.
Η Ελίζαμπεθ Καλμπάρη, ιδρύτρια της Self Balance και ψυχολόγος με ειδίκευση στις εταιρικές νευροεπιστήμες, επισήμανε ότι η συνέπεια στην επικοινωνία προς εργαζομένους, καταναλωτές, προμηθευτές και επενδυτές αποτελεί βασική προϋπόθεση εμπιστοσύνης. Η Ελένη Ντόντα, γενική διευθύντρια του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας, υπογράμμισε ότι οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ποιος τους απευθύνεται και με ποια ιδιότητα, ενώ η δημιουργός περιεχομένου Χαρά Κοντοχρήστου ανέδειξε την ανάγκη σαφών κανόνων για τους influencers, ώστε η εμπορική επικοινωνία να γίνεται με διαφάνεια και υπευθυνότητα.
Το κόστος της βιωσιμότητας για τα νοικοκυριά
Το κατά πόσο οι καταναλωτές μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά τη βιώσιμη κατανάλωση αποτέλεσε το βασικό ερώτημα του πάνελ «Ο άνθρωπος ως καταναλωτής - Εμπιστοσύνη, συμπεριφορά και υπευθυνότητα».
Η Ξένια Κούρτογλου, ιδρύτρια της Focus Bari, ανέφερε ότι μεγάλο ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις καθημερινές οικονομικές υποχρεώσεις, ενώ μόλις το 14% έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύει. Όπως σημείωσε, η οικονομική πίεση επηρεάζει όχι μόνο την αγοραστική δύναμη, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών, καθώς η θετική στάση απέναντι στη βιωσιμότητα δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε επιλογή προϊόντων με υψηλότερη τιμή.
Στο ίδιο πάνελ, ο Ηλίας Δεμιάν, επικεφαλής της Μονάδας Περιβαλλοντικών Οικονομικών του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), επισήμανε ότι περίπου το 30% του πληθυσμού στην Ελλάδα, σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Όπως ανέφερε, όταν τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές διατροφικές ανάγκες, η πρόσθετη επιβάρυνση για ένα βιώσιμο προϊόν δεν μπορεί να αποτελεί προτεραιότητα.
Η Βασιλική Αδαμίδου, διευθύντρια Εταιρικών Υποθέσεων και Βιωσιμότητας της Lidl Ελλάς, σημείωσε ότι οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να επιλέξουν προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον όταν η τιμή τους είναι ίδια ή ελαφρώς υψηλότερη από εκείνη των συμβατικών. Η πρόκληση, όπως ανέφερε, είναι να καταστεί η βιώσιμη επιλογή προσιτή και προσβάσιμη σε όλους.
Τη σημασία της διαφάνειας στην ενημέρωση για τα προϊόντα ανέδειξε ο Χρήστος Αποστολόπουλος, διευθυντής Ολικής Ποιότητας, Ασφάλειας και Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, Ασφάλειας Τροφίμων και Θεμάτων Γαλακτοκομίας της FrieslandCampina Hellas. Όπως επισήμανε, οι επιλεκτικές πληροφορίες και συγκρίσεις στις ετικέτες μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα, γεγονός που καθιστά την αξιόπιστη ενημέρωση κρίσιμο παράγοντα για την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Επιχειρηματική ανθεκτικότητα και βιώσιμες αλυσίδες αξίας
Στο πάνελ «Βιωσιμότητα υπό πίεση: Η οπτική των διευθυνόντων συμβούλων για τις πολλαπλές κρίσεις, τις αλυσίδες αξίας και τη μακροπρόθεσμη αξία», οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στον ρόλο της βιωσιμότητας στην ανταγωνιστικότητα, στη διαχείριση κινδύνων και στην ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων.
Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της METRO Cash & Carry, υπογράμμισε ότι η βιωσιμότητα μπορεί να συμβάλει στη μείωση του λειτουργικού κόστους, στην έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων και στη δημιουργία οικονομικού οφέλους, επισημαίνοντας ότι δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη γραφειοκρατική υποχρέωση.
Ο Νίκος Λούλης, πρόεδρος της Loulis Food Ingredients, σημείωσε ότι, παρότι οι καταναλωτές επιθυμούν ένα πιο βιώσιμο μέλλον, δεν είναι απαραίτητα διατεθειμένοι να αναλάβουν το πρόσθετο κόστος. Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις και η Πολιτεία καλούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες που θα προωθούν τη βιωσιμότητα και ταυτόχρονα θα μειώνουν το κόστος για την αγορά και την κοινωνία.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Όλγα Βαγενά, διευθύνουσα σύμβουλος της BIC Violex, έδωσε έμφαση στη συνεργασία με τους προμηθευτές και στη διαμόρφωση μακροχρόνιων σχέσεων που βασίζονται στην εμπιστοσύνη, στους κοινούς στόχους και στην αμοιβαία υποστήριξη. Όπως επισήμανε, οι επιχειρήσεις δεν αρκεί να απαιτούν τη συμμόρφωση των συνεργατών τους με κριτήρια βιωσιμότητας, αλλά χρειάζεται να τους στηρίζουν έμπρακτα στην προσπάθεια προσαρμογής.
Στο πάνελ για την παγκόσμια αστάθεια και τη βιωσιμότητα, με επίκεντρο το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και το στρατηγικό πλεονέκτημα, ο Λεωνίδας Δημητριάδης-Ευγενίδης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Eugenides Group of Companies, ανέδειξε τη σημασία της ενσυναίσθησης και της συνοχής των ομάδων. Όπως σημείωσε, αποτελεσματική ηγεσία σημαίνει διασφάλιση της προσήλωσης στους κοινούς στόχους και αναγνώριση της συλλογικής προσπάθειας.
Οι προτεραιότητες της κοινωνίας και το χάσμα εφαρμογής
Στο πάνελ «Ο παλμός της βιωσιμότητας: Επιχειρήσεις και κοινωνία σε μετάβαση» παρουσιάστηκαν ευρήματα ερευνών της διαΝΕΟσις και της Deloitte, τα οποία καταγράφουν τις αντιφάσεις ανάμεσα στις περιβαλλοντικές ευαισθησίες της κοινωνίας και στις οικονομικές προτεραιότητες, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην εφαρμογή των δεσμεύσεών τους.
Η διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, Δρ. Φαίη Μακαντάση, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 57,2% των Ελλήνων θεωρεί ότι προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στην προστασία του περιβάλλοντος, ακόμη και με οικονομικό κόστος. Ωστόσο, όταν ερωτώνται για τις προτεραιότητες της επόμενης δεκαετίας, το 76,3% επιλέγει την οικονομική ανάπτυξη.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση της σημασίας της βιωσιμότητας και στην εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή. Η πρόκληση είναι η ευαισθητοποίηση για το περιβάλλον και τα κοινωνικά δικαιώματα να μετατραπεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Όπως είπε ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης: «Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις ελληνικές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον η αναγνώριση της σημασίας της βιωσιμότητας, αλλά η μετάβαση από τη στρατηγική στην υλοποίηση. Σύμφωνα με την έρευνα της Deloitte, μόλις το 31% έχει ενσωματώσει πλήρως τη βιωσιμότητα στην εταιρική στρατηγική, την κατανομή κεφαλαίων και τη διαχείριση κινδύνων, έναντι 47% διεθνώς. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο το 16% διαθέτει κοστολογημένο σχέδιο εφαρμογής, συνδεδεμένο με τον οικονομικό προγραμματισμό και τη λογοδοσία της διοίκησης, ενώ μόλις το 6% δηλώνει ότι η βιωσιμότητα μετασχηματίζει το επιχειρηματικό του μοντέλο. Η στρατηγική πρόθεση, χωρίς σαφείς στόχους, πόρους και ευθύνη υλοποίησης, δεν αρκεί για να δημιουργήσει ουσιαστικό αντίκτυπο».