Σταθερές πωλήσεις, αλλά σημαντική υποχώρηση της κερδοφορίας κατέγραψε το 2025 η BSH Οικιακές Συσκευές, η οποία διατήρησε πάντως την ηγετική θέση στην ελληνική αγορά, με μέσο μερίδιο που προσεγγίζει το 32% σε αξία.
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, ο καθαρός κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 174,78 εκατ. ευρώ, έναντι 174,55 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας οριακή αύξηση 0,1%.
Η εικόνα ήταν σαφώς διαφορετική στην κερδοφορία, καθώς τα κέρδη προ φόρων υποχώρησαν κατά 65,6%, στα 2,69 εκατ. ευρώ από 7,83 εκατ. ευρώ το 2024. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση στην τελική γραμμή, με τα καθαρά κέρδη να περιορίζονται σε 1,76 εκατ. ευρώ, έναντι 6,43 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας κάμψη 72,6%.
Η εξέλιξη αποδίδεται στην υποχώρηση του μικτού περιθωρίου, στην αύξηση των διοικητικών και χρηματοοικονομικών εξόδων, αλλά και στην υψηλή συγκριτική βάση του 2024, όταν η BSH είχε καταγράψει σημαντικό έκτακτο όφελος από την πώληση του ακινήτου που στέγαζε το εργοστάσιο της Pitsos στου Ρέντη, στον Όμιλο Σκλαβενίτη.
Στο 32% το μερίδιο αγοράς
Παρά τις πιέσεις, η BSH διατήρησε την πρώτη θέση στην ελληνική αγορά τόσο στις μεγάλες όσο και στις μικρές οικιακές συσκευές. Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει τον Μάιο ο CEO της BSH Ελλάδας, Γιάννης Γρατσώνης, το μέσο -συνολικό- μερίδιο των brands του ομίλου προσεγγίζει το 32% σε αξία, διατηρώντας σαφή απόσταση από τον ανταγωνισμό.
Το 2025 η αγορά των μεγάλων οικιακών συσκευών αυξήθηκε σε όρους τεμαχίων κατά 5,3%, ενώ στις μικρές συσκευές καταγράφηκε πτώση 2,5%. Σε επίπεδο αξίας, πάντως, τα μερίδια της BSH μειώθηκαν κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στις μεγάλες συσκευές και κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες στις μικρές. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με τη στρατηγική τιμών που ακολουθεί η εταιρεία. Σε ένα περιβάλλον υποχώρησης των μέσων τιμών και αυξημένης στροφής των καταναλωτών προς οικονομικότερες λύσεις, η BSH δεν επιδιώκει να ακολουθήσει πλήρως την πτώση της αγοράς. Αντίθετα, διατηρεί τις τιμές της ελαφρώς υψηλότερα από τον μέσο όρο, επενδύοντας σε premium προϊόντα και στην προστασία της αξίας των brands της, αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αύξηση του όγκου πωλήσεων.
Η συγκεκριμένη στρατηγική ακολουθήθηκε σε μια χρονιά κατά την οποία, η συνολική αγορά υποχώρησε σε αξία κατά περίπου 3%, χωρίς την υποστήριξη προγραμμάτων επιδότησης όπως το «Ανακυκλώνω – Αλλάζω Συσκευή».
Οι διαφορετικές ταχύτητες ανά κατηγορία
Η εικόνα στις επιμέρους κατηγορίες προϊόντων ήταν μικτή. Στις μικροσυσκευές η BSH κατέγραψε αύξηση 8%, σε αντίθεση με την αγορά, η οποία υποχώρησε κατά 11,7%. Στην κατηγορία μαγειρέματος η εταιρεία ενισχύθηκε κατά 4%, όταν η συνολική αγορά παρουσίασε πτώση περίπου 3%.
Θετική ήταν και η επίδοση στην πλύση πιάτων, όπου η ανάπτυξη της BSH έφθασε το 5%, έναντι αύξησης 1% για την αγορά. Στη φροντίδα ρούχων οι πωλήσεις της εταιρείας παρέμειναν σταθερές, σε μια κατηγορία που κινήθηκε ανοδικά κατά περίπου 4%. Αντίθετα, στην ψύξη καταγράφηκε πτώση κοντά στο 5%, όταν η αγορά ενισχύθηκε κατά 1%.
Σε επίπεδο γεωγραφικής κατανομής, οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά διαμορφώθηκαν σε 143,50 εκατ. ευρώ, έναντι 144,92 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 1%. Αντίθετα, οι πωλήσεις εξωτερικού αυξήθηκαν κατά 5,6%, στα 31,28 εκατ. ευρώ από 29,62 εκατ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, η συμμετοχή των εξαγωγών στον συνολικό τζίρο ενισχύθηκε στο 17,9%, από 16,97% το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,93 ποσοστιαίες μονάδες.
Ανά δραστηριότητα, τα έσοδα από την εμπορία προϊόντων υποχώρησαν οριακά κατά 0,1%, στα 173 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 29,1%, φθάνοντας τα 1,78 εκατ. ευρώ από 1,38 εκατ. ευρώ.
Η υψηλή βάση από την πώληση του ακινήτου
Σημαντική επίδραση στη συγκρισιμότητα των μεγεθών είχε, όπως αναφέρθηκε, η πώληση οικοπέδου της εταιρείας στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη το 2024. Το τίμημα της συναλλαγής είχε ανέλθει σε 2,16 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας την αναπόσβεστη αξία του ακινήτου, η οποία ήταν περίπου 906 χιλ. ευρώ.
Στα αποτελέσματα του 2024 είχαν καταγραφεί λοιπά έσοδα και κέρδη ύψους 2,70 εκατ. ευρώ, στα οποία περιλαμβανόταν και το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συναλλαγής. Το 2025 το αντίστοιχο κονδύλι περιορίστηκε σε 404,2 χιλ. ευρώ, παρουσιάζοντας πτώση 85%.
Πρόσθετη πίεση άσκησαν τα χρηματοοικονομικά έξοδα, τα οποία αυξήθηκαν κατά 47,9%, στα 682,4 χιλ. ευρώ. Από αυτά, ποσό 542,4 χιλ. ευρώ αφορούσε τόκους ενδοομιλικών δανείων.
Η εταιρεία δεν διαθέτει τραπεζικό δανεισμό, ωστόσο στο τέλος του 2025 είχε ενδοομιλικό δάνειο ύψους 12,02 εκατ. ευρώ, σταθερού επιτοκίου, το οποίο λήγει τον Δεκέμβριο του 2026.
Ενίσχυση διαθεσίμων και αποθεμάτων
Το σύνολο του ενεργητικού αυξήθηκε κατά 2,7%, στα 97,76 εκατ. ευρώ. Τα αποθέματα ενισχύθηκαν κατά 19,6%, στα 20,69 εκατ. ευρώ, ενώ οι εμπορικές απαιτήσεις υποχώρησαν κατά 8,9%, στα 50,67 εκατ. ευρώ.
Τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν κατά 36,3%, φθάνοντας τα 12,64 εκατ. ευρώ από 9,27 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η εταιρεία επέστρεψε σε θετικές καθαρές λειτουργικές ταμειακές ροές ύψους 1,6 εκατ. ευρώ, έναντι εκροών 16,11 εκατ. ευρώ το 2024.
Η καθαρή θέση διαμορφώθηκε σε 49 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 0,5%, και αντιστοιχούσε στο 50,53% του συνολικού παθητικού. Οι συνολικές προβλέψεις αυξήθηκαν κατά 17,6%, στα 7,26 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των προβλέψεων για παροχές σε εργαζομένους και για κόστη εγγυήσεων.
Οι επενδύσεις σε ενσώματα πάγια ανήλθαν σε 242,4 χιλ. ευρώ, μειωμένες κατά 14,5% σε σύγκριση με το 2024. Αφορούσαν κυρίως λοιπό εξοπλισμό και παρεμβάσεις σε κτίρια.
Το στοίχημα του after sales service
Βασικό στοιχείο της στρατηγικής της BSH αποτελεί η διατήρηση του after sales service στο εσωτερικό της εταιρείας. Η διοίκηση θεωρεί ότι η άμεση επαφή του τεχνικού δικτύου της BSH με τον καταναλωτή αποτελεί σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα και ενισχύει την εμπιστοσύνη στα brands του ομίλου.
Η εταιρεία δεσμεύεται για διαθεσιμότητα ανταλλακτικών έως και 15 χρόνια για τις μεγάλες οικιακές συσκευές και έως 10 χρόνια για τις μικροσυσκευές. Ο μέσος χρόνος παραμονής των εργαζομένων της ξεπερνά τα 20 χρόνια, ένδειξη της τεχνογνωσίας που έχει αναπτυχθεί στο εσωτερικό της.
Στις οικονομικές καταστάσεις ο μέσος αριθμός εργαζομένων για το 2025 διαμορφώνεται σε 222 άτομα, από 224 το 2024, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 0,9%.
Home Connect, Τεχνητή Νοημοσύνη και βιωσιμότητα
Η καινοτομία αποτελεί έναν ακόμη βασικό άξονα ανάπτυξης. Σε επίπεδο ομίλου, η BSH επενδύει σχεδόν 1 δισ. ευρώ ετησίως στην έρευνα και ανάπτυξη, με την Τεχνητή Νοημοσύνη να αποκτά αυξανόμενο ρόλο στις νέες συσκευές και υπηρεσίες.
Στην ελληνική αγορά, η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται στην ανάπτυξη της εφαρμογής Home Connect, η οποία επιτρέπει τη διασύνδεση των συσκευών με τον χρήστη. Μεταξύ των νέων δυνατοτήτων περιλαμβάνονται η προληπτική συντήρηση, οι ειδοποιήσεις για ανάγκη καθαρισμού ή αφαλάτωσης και το Smart Start, που επιτρέπει τη λειτουργία των συσκευών σε ώρες χαμηλότερου ενεργειακού κόστους.
Στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού της, τον Απρίλιο του 2025 ολοκληρώθηκε και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το νέο ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα SAP S/4HANA. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η μετάπτωση των δεδομένων και η εκπαίδευση του προσωπικού πραγματοποιήθηκαν χωρίς αρνητική επίπτωση στην εμπορική δραστηριότητα.
Οι ευκαιρίες και οι εκτιμήσεις για το 2026
Η BSH εντοπίζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε κατηγορίες όπου η διείσδυση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα στεγνωτήρια: ενώ στην ελληνική αγορά πωλούνται περίπου 450.000 πλυντήρια ρούχων ετησίως, οι πωλήσεις στεγνωτηρίων περιορίζονται σε 50.000-60.000 τεμάχια.
Ανάλογες ευκαιρίες εντοπίζονται στα πλυντήρια πιάτων, καθώς και στις εντοιχιζόμενες και premium λύσεις, η ζήτηση για τις οποίες υποστηρίζεται από την άνοδο των ανακαινίσεων. Τα brands Gaggenau και Neff, αλλά και προϊόντα όπως το steam drawer και οι εντοιχιζόμενες ρομποτικές σκούπες, περιλαμβάνονται στους μοχλούς ανάπτυξης που έχει προσδιορίσει η διοίκηση.
Για το 2026, οι οικονομικές καταστάσεις προβλέπουν ότι οι συνολικές πωλήσεις θα κινηθούν στα επίπεδα του 2025 και ότι η εταιρεία θα παραμείνει κερδοφόρα. Η εικόνα που είχε μεταφέρει η διοίκηση τον Μάιο ήταν περισσότερο αισιόδοξη, καθώς στο πρώτο τετράμηνο του έτους η BSH κινούνταν ανοδικά και πάνω από τους στόχους της. Ο CFO της εταιρείας, Γιώργος Φενδάκης, είχε εκτιμήσει ότι το 2026 μπορεί να κλείσει με θετικό πρόσημο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν δυσάρεστες εκπλήξεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Παρά τις πιέσεις στις πρώτες ύλες και στα μεταφορικά κόστη, η εταιρεία δεν διέβλεπε, τουλάχιστον μέχρι τον Μάιο, ένα νέο γενικευμένο κύμα ανατιμήσεων.
Τέλος, το Διοικητικό Συμβούλιο πρότεινε τη μη διανομή μερίσματος από τα κέρδη της χρήσης 2025. Κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς είχε καταβληθεί στους μετόχους μέρισμα 2,01 εκατ. ευρώ. Η BSH Ελλάς ελέγχεται κατά 100% από τη γερμανική BSH Finance and Holdings GmbH, με τελική ελέγχουσα οντότητα τη Robert Bosch GmbH.