Δικηγορικά γραφεία που εκπροσωπούν τους ενάγοντες επιβεβαίωσαν τη συμφωνία τη Δευτέρα (27/07), χαρακτηρίζοντάς την ικανοποιητική κατάληξη έπειτα από δέκα χρόνια δικαστικών αντιπαραθέσεων. Για να οριστικοποιηθεί, η συμφωνία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το 95% των εναγόντων που έχουν προσφύγει σε πολιτειακά ή ομοσπονδιακά δικαστήρια για καρκίνο των ωοθηκών.
Ο αντιπρόεδρος της Johnson & Johnson για νομικές διαφορές, Ερικ Χάας, χαρακτήρισε τις αξιώσεις «αβάσιμες» και δήλωσε ότι η εταιρεία είναι πρόθυμη να προχωρήσει σε συμβιβασμό, προκειμένου να κλείσει οριστικά την υπόθεση.
«Παρότι είμαστε πεπεισμένοι ότι η εταιρεία θα δικαιωνόταν τελικά, εάν συνεχιζόταν η δικαστική διαμάχη, όπως έχει συμβεί στη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων που έχουν εκδικαστεί μέχρι σήμερα, η συγκεκριμένη διευθέτηση επιτρέπει στην εταιρεία να αφήσει πίσω της το ζήτημα και να παραμείνει προσηλωμένη στην αποστολή της να αναπτύσσει φάρμακα και ιατροτεχνολογικά προϊόντα που σώζουν ζωές», ανέφερε ο Χάας.
Η Johnson & Johnson αναμένει να καταβάλει 3 δισ. δολάρια το 2027, ενώ θα ακολουθήσουν επιπλέον πληρωμές το 2028. Ωστόσο, η συνολική αξία της συμφωνίας ενδέχεται να είναι υψηλότερη, ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων που θα συμμετάσχουν στον συμβιβασμό.
Ο Κρις Σίγκερ, δικηγόρος που εκπροσωπεί περίπου 2.500 πελάτες με αξιώσεις σχετικές με προϊόντα ταλκ και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, δήλωσε ότι η Johnson & Johnson θα μπορούσε τελικά να καταβάλει 7 δισ. δολάρια ή και περισσότερα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία προβλέπει συγκεκριμένα ποσά αποζημίωσης για τις αξιώσεις που πληρούν τα κριτήρια και αφορούν καρκίνο των ωοθηκών, χωρίς ωστόσο να θέτει ανώτατο όριο στο συνολικό ποσό που θα καταβάλει η Johnson & Johnson.
«Πετύχαμε έναν δίκαιο συμβιβασμό και οι πελάτες μας θα είναι ικανοποιημένοι», είπε.
Η Johnson & Johnson κατέληξε στη συμφωνία έπειτα από μια σειρά δικαστικών επιτυχιών, μεταξύ των οποίων αποφάσεις υπέρ της σε μεμονωμένες δίκες, επιτυχείς ενέργειες για τον αποκλεισμό δικηγόρων των εναγόντων από τη διαδικασία, καθώς και δικαστικές αποφάσεις που έθεταν υπό αμφισβήτηση τους εμπειρογνώμονες στους οποίους βασίζονταν οι ενάγοντες για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους.
Η εταιρεία, η οποία έχει την έδρα της στο Νιου Τζέρσεϊ, κατέγραψε ακόμη μία σημαντική δικαστική νίκη την περασμένη εβδομάδα, όταν ομοσπονδιακός δικαστής εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο μεμονωμένοι ενάγοντες μπορούν να αποδείξουν ότι το ταλκ προκάλεσε συγκεκριμένα τον καρκίνο των ωοθηκών από τον οποίο νόσησαν.
Η Johnson & Johnson αρνείται εδώ και χρόνια ότι τα προϊόντα της με βάση το ταλκ προκαλούν καρκίνο, υποστηρίζοντας ότι το ταλκ ήταν ασφαλές και δεν περιείχε αμίαντο.
Η εταιρεία σταμάτησε να διαθέτει στις ΗΠΑ βρεφική πούδρα με βάση το ταλκ το 2020, αντικαθιστώντας τη με προϊόν από άμυλο καλαμποκιού. Ωστόσο, οι δικαστικές διαδικασίες επανεκκίνησαν τον Μάρτιο του 2025, αφού είχαν ανασταλεί για περισσότερα από τρία χρόνια, διάστημα κατά το οποίο η Johnson & Johnson επιχείρησε ανεπιτυχώς να εφαρμόσει μια στρατηγική γνωστή ως «Texas two-step».
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, κατέθεσε τρεις αιτήσεις πτώχευσης μέσω θυγατρικής εταιρείας-κελύφους, σε μια προσπάθεια να διευθετήσει τις υποθέσεις. Και οι τρεις διαδικασίες πτώχευσης απορρίφθηκαν.
Πριν από τις απόπειρες πτώχευσης, η Johnson & Johnson είχε ανάμεικτα αποτελέσματα στις δίκες για το ταλκ. Μεταξύ αυτών ήταν και μια απόφαση αποζημίωσης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων υπέρ 22 γυναικών, οι οποίες υποστήριζαν ότι η βρεφική πούδρα της εταιρείας προκάλεσε τον καρκίνο των ωοθηκών από τον οποίο νόσησαν.
Η εταιρεία κέρδισε ορισμένες υποθέσεις, ενώ σε άλλες οι αποζημιώσεις μειώθηκαν κατόπιν έφεσης.
Σε αντίθεση με τους προτεινόμενους συμβιβασμούς μέσω της διαδικασίας πτώχευσης, η συμφωνία που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα (27/07) αφορά αποκλειστικά τις υφιστάμενες αξιώσεις και δεν καλύπτει πιθανές μελλοντικές αγωγές.
Ο αποκλεισμός των μελλοντικών αξιώσεων επέτρεψε να διατεθούν περισσότερα χρήματα στους σημερινούς ενάγοντες σε σύγκριση με όσα προέβλεπε η πρόταση πτώχευσης, δήλωσε ο Σίγκερ.
Παράλληλα, επιταχύνει τις πληρωμές, καθώς όλες οι αξιώσεις προβλέπεται να εξοφληθούν μέσα σε 18 μήνες, αντί να καταβληθούν σταδιακά σε διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας.