Σε μια εκτενή ανάρτηση για την πορεία και την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος απαντά αναλυτικά στην κριτική που διατυπώνεται για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του προγράμματος.
Όπως σημειώνει, την ώρα που οι μεγαλύτεροι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι χαρακτηρίζουν την Ελλάδα «ιστορία επιτυχίας» και αναγνωρίζουν την αναπτυξιακή της πορεία –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις αλλά και την υποψηφιότητα του Κυριάκου Πιερρακάκη για την προεδρία του Eurogroup– στο εσωτερικό συνεχίζεται μια συζήτηση που, όπως λέει, πατά σε «δυσοίωνες προβλέψεις» που τα τελευταία χρόνια διαψεύδονται συστηματικά.
Ο κ. Σκέρτσος αναφέρεται ειδικά στο επιχείρημα ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας οφείλεται αποκλειστικά στο Ταμείο Ανάκαμψης και ότι μετά τη λήξη του προγράμματος η θετική πορεία θα ανακοπεί. Υπογραμμίζει, ωστόσο, πως η ίδια η αντιπολίτευση πλέον προεξοφλεί την επιτυχή ολοκλήρωση του σχεδίου «Ελλάδα 2.0», κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν, όταν κυριαρχούσαν αναφορές περί καθυστερήσεων και κινδύνων απώλειας πόρων. «Η Ελλάδα βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στις πέντε έως επτά πρώτες χώρες της Ευρώπης στην εκταμίευση των δόσεων», τονίζει, επισημαίνοντας ότι σε τρία χρόνια η χώρα απορρόφησε 23,4 δισ. ευρώ — όσα απαιτούνται για την ολοκλήρωση ενός ΕΣΠΑ μέσα σε εννέα χρόνια.
Ο υπουργός επισημαίνει ότι η κριτική για την «επόμενη μέρα» αγνοεί τον νέο χαρακτήρα των ευρωπαϊκών πόρων, καθώς το ΤΑΑ συνδυάζει δημόσιες επενδύσεις με βαθιές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, της δημόσιας διοίκησης και της παραγωγικότητας. Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, την κτηματογράφηση και τον χωρικό σχεδιασμό, η ψηφιακή μετάβαση του κράτους, οι αλλαγές στην εκπαίδευση, η απλοποίηση της νομοθεσίας και η σταθερή μείωση των βαρών για το επιχειρείν συνθέτουν, όπως αναφέρει, μια ολοκληρωμένη στρατηγική που ήδη αποφέρει αποτελέσματα, παρότι μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς περνά σχεδόν απαρατήρητο από τον δημόσιο διάλογο.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, επισημαίνει, αποτελούν τον κορμό της Έκθεσης Πισσαρίδη του 2020, η οποία για πρώτη φορά αξιοποιήθηκε από κυβέρνηση ως επιχειρησιακή βάση για έναν ολοκληρωμένο μετασχηματισμό της οικονομίας. Το ευρωπαϊκό σκέλος παρακολουθεί στενά την εφαρμογή των οροσήμων, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εγκρίνει κάθε εκταμίευση μόνο μετά από αυστηρό έλεγχο.
Απαντώντας στις ανησυχίες για τη μείωση των επενδύσεων μετά το 2026, ο κ. Σκέρτσος υπογραμμίζει ότι τα δεδομένα του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: το 2029 οι ιδιωτικές επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά, φτάνοντας τα 40,5 δισ. ευρώ έναντι 28 δισ. το 2026, ενώ το συνολικό επενδυτικό μερίδιο της Ελλάδας στο ΑΕΠ θα έχει συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, όπως σημειώνει, η συζήτηση δεν αφορά μείωση επενδύσεων, αλλά αναμενόμενη επιβράδυνση της αύξησης πάνω σε ήδη υψηλή βάση. «Τα τελευταία χρόνια», προσθέτει, «η Ελλάδα κατέγραψε ρεκόρ στις άμεσες ξένες επενδύσεις, με τριπλάσιο ποσοστό σε σχέση με την προηγούμενη 20ετία και τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης επενδύσεων στην Ευρώπη».
Ολοκληρώνοντας, ο υπουργός Επικρατείας αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, καλεί όμως να αποφεύγονται οι ισοπεδωτικές προσεγγίσεις που παραβλέπουν τη σημαντική πρόοδο της τελευταίας εξαετίας. «Ας εστιάσουμε στα πραγματικά προβλήματα», τονίζει, «αντί να μηδενίζουμε τις κατακτήσεις και τη συστηματική δουλειά που γίνεται ώστε η χώρα να περάσει σε μια νέα εποχή: ανοιχτή, εξωστρεφή, παραγωγική, ψηφιακή και πράσινη».