Μια εταιρεία που για πέντε δεκαετίες έχει ταυτιστεί με την αθλητική ένδυση και υπόδηση επιχειρεί τώρα να ανοίξει ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Η Διεθνής Αθλητική, η εταιρεία πίσω από την Admiral στην ελληνική αγορά, αλλά και γνωστή από τη διαχείριση brands όπως Kappa και Maui and Sons, αποφάσισε να επεκτείνει θεαματικά τον εταιρικό της σκοπό, προσθέτοντας δραστηριότητες που εκτείνονται από την εστίαση έως το λιανικό εμπόριο παντοπωλείου.
Συγκεκριμένα απόφαση της έκτακτης αυτόκλητης συνέλευσης του μοναδικού εταίρου στις 28 Απριλίου 2026, η εταιρεία «για να αναπτύξει και να διευρύνει την δραστηριότητά της» ενέταξε στο καταστατικό της δραστηριότητες όπως υπηρεσίες fast food με καθήμενους πελάτες αλλά χωρίς σερβίρισμα, λοιπές υπηρεσίες παροχής γευμάτων, λειτουργία κυλικείων, καφετεριών, ακόμη και λιανικό εμπόριο ειδών παντοπωλείου. Με απλά λόγια, η Διεθνής Αθλητική αποκτά πλέον καταστατικά τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθεί από ένα snack concept έως ένα café ή convenience retail μοντέλο.
Σε κρίσιμη καμπή
Τα δεδομένα δείχνουν πως η εταιρεία βρίσκεται σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της ιστορίας της. Στα μέσα Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε και επισήμως η μετάβαση στη δεύτερη γενιά της οικογένειας Παναγάκου. Ο ιδρυτής Παναγιώτης Παναγάκος μεταβίβασε μέσω γονικής παροχής το 100% της εταιρείας στον γιο του Δημήτριο Παναγάκο, ο οποίος είχε ήδη αναλάβει τη διαχείριση από τον Νοέμβριο του 2024.
Η αλλαγή φρουράς έγινε σε ένα timing με ιδιαίτερο βάρος. Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 9 Ιανουαρίου 2026, εξέπνευσε το τετράμηνο καθεστώς δικαστικής προστασίας που είχε εξασφαλίσει η επιχείρηση έναντι των πιστωτών της.
Σύμφωνα με τον πιο πρόσφατο δημοσιευμένο ισολογισμό εκείνο του 2024, οι συνολικές υποχρεώσεις ανέρχονται σε 41,29 εκατ. ευρώ, με τα 38,8 εκατ. ευρώ να είναι βραχυπρόθεσμες. Η καθαρή θέση παραμένει θετική, αλλά έχει περιοριστεί στα 2,71 εκατ. ευρώ από 8,5 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν, εικόνα που αποτυπώνει τη σημαντική αποδυνάμωση των κεφαλαιακών αντοχών.
Σε λειτουργικό επίπεδο, η πίεση είναι ακόμη πιο εμφανής. Ο κύκλος εργασιών του 2024 υποχώρησε στα 49,7 εκατ. ευρώ, ενώ το κόστος πωλήσεων και τα λειτουργικά έξοδα κινήθηκαν ανοδικά. Το EBITDA διαμορφώθηκε σε αρνητικά 3,1 εκατ. ευρώ, από ζημίες 1,9 εκατ. ευρώ το 2023, ενώ οι ζημίες προ φόρων έφτασαν τα 5,79 εκατ. ευρώ.
Η διοίκηση αποδίδει την επιβάρυνση σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Μεταξύ άλλων επισημαίνει μισθολογικές αυξήσεις, ενεργειακό κόστος, επενδύσεις και επέκταση του δικτύου σε εμπορικά ακριβά σημεία όπως η Ερμού, το Χαλάνδρι, ο Πειραιάς και τα Χανιά.
Παρά τις πιέσεις, υπάρχουν και κινήσεις άμυνας. Ο τραπεζικός δανεισμός μειώθηκε κατά 5,83 εκατ. ευρώ μέσα στο 2024, στα 19,04 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία έχει ήδη ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό για ρύθμιση υποχρεώσεων προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία.
Παράλληλα, σε συνεργασία με την Ernst & Young Ελλάδος, έχει εκπονηθεί business plan 15ετούς ορίζοντα. Στο τραπέζι έχουν πέσει πωλήσεις ακινήτων, περιορισμός λειτουργικού κόστους και, σε μια ιδιαίτερα συμβολική αλλά και ουσιαστική κίνηση, η ενεχυρίαση του εμπορικού σήματος ADMIRAL ως πρόσθετη εξασφάλιση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η είσοδος στην εστίαση μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Είτε ως μια προσπάθεια diversification, αξιοποιώντας πιθανώς ακίνητα, σημεία λιανικής ή franchise know-how, είτε ως μια καταστατική πρόβλεψη που δίνει βαθμούς ελευθερίας για μελλοντικές εταιρικές κινήσεις.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι στο καταστατικό παραμένει και η δυνατότητα franchising, στοιχείο που θα μπορούσε να συνδεθεί με νέα εμπορικά concepts πέρα από τον στενό πυρήνα της αθλητικής αγοράς.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία διατηρεί σημαντικό κοινωνικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα, με περίπου 805 εργαζόμενους, ενώ οι υποχρεώσεις προς το προσωπικό εξυπηρετούνται κανονικά.
Ωστόσο, τα ανοιχτά μέτωπα δεν λείπουν. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη οικονομική έκθεση, εκκρεμούν αγωγές τρίτων ύψους 2,85 εκατ. ευρώ, ενώ η ίδια διεκδικεί 1,7 εκατ. ευρώ από άλλες υποθέσεις.
Το αν η Διεθνής Αθλητική θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την επιθετική διεύρυνση δραστηριοτήτων σε πραγματική επανεκκίνηση μένει να αποδειχθεί. Εκείνο που ήδη φαίνεται είναι πως η Admiral δεν αναζητά μόνο χρόνο. Αναζητά και νέο επιχειρηματικό μοντέλο.