Την έντονη ανησυχία της για την ανεξέλεγκτη επέκταση των μεγάλων Κέντρων Δεδομένων (Data Centers) στην Ελλάδα εκφράζει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), σε συνεργασία με την Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας (ΕΕΚΕ), προειδοποιώντας για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ανάπτυξη των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων στο ενεργειακό κόστος, στην επάρκεια νερού και στις τοπικές κοινωνίες.
Οι δύο φορείς αμφισβητούν ότι οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ που σχεδιάζονται ή προωθούνται σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Κρήτη και Δυτική Μακεδονία συνιστούν αυτομάτως αναπτυξιακή ευκαιρία για την ελληνική οικονομία. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι πίσω από την εικόνα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού βρίσκεται μια ιδιαίτερα ενεργοβόρα και υδροβόρα δραστηριότητα, το κόστος της οποίας ενδέχεται να μετακυλιστεί στους καταναλωτές και στους κατοίκους των περιοχών υποδοχής.
Όπως επισημαίνουν, τα Data Centers δεν αποτελούν απλές εγκαταστάσεις γραφείων ή επιχειρήσεις τεχνολογίας, αλλά υποδομές με χαρακτηριστικά βαριάς βιομηχανικής δραστηριότητας. Λειτουργούν σε 24ωρη βάση, απαιτούν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας για τη λειτουργία των υπολογιστικών συστημάτων και σημαντικούς υδάτινους πόρους για την ψύξη τους. Κατά συνέπεια, η ταχεία ανάπτυξή τους χωρίς αυστηρό πλαίσιο περιβαλλοντικών και ενεργειακών κανόνων δημιουργεί, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, κινδύνους για την ενεργειακή επάρκεια και την οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών.
Iδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χωροθέτηση μεγάλων Data Centers σε περιοχές που βρίσκονται σε διαδικασία ενεργειακής μετάβασης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Δυτική Μακεδονία και την περιοχή της Κοζάνης.
Η ΓΣΕΕ κάνει λόγο για οξύμωρη κατάσταση, καθώς οι τοπικές κοινωνίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, με την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας και τη συρρίκνωση της παραγωγικής δραστηριότητας, ενώ την ίδια στιγμή προωθούνται επενδύσεις που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας χωρίς να δημιουργούν αντίστοιχο αριθμό μόνιμων θέσεων απασχόλησης.
Σύμφωνα με την κριτική των δύο φορέων, η παραγωγική ενεργειακή δραστηριότητα που επί δεκαετίες στήριζε την οικονομία των συγκεκριμένων περιοχών κινδυνεύει να αντικατασταθεί από εγκαταστάσεις που απορροφούν σημαντικό μέρος της διαθέσιμης ηλεκτρικής ισχύος, εξυπηρετώντας κυρίως τις ανάγκες μεγάλων διεθνών ψηφιακών ομίλων.
Η Συνομοσπονδία υποστηρίζει ότι οι υποδομές και τα διαθέσιμα κονδύλια της Δίκαιης Μετάβασης θα πρέπει να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις που δημιουργούν σταθερές και ποιοτικές θέσεις εργασίας, ενισχύουν την τοπική οικονομία και διασφαλίζουν φθηνή ενέργεια για τις επιχειρήσεις και τους κατοίκους.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της ΓΣΕΕ αφορά την απασχόληση που δημιουργούν οι συγκεκριμένες επενδύσεις. Όπως αναφέρει, οι εξαγγελίες για χιλιάδες θέσεις εργασίας δεν αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα της λειτουργίας των Data Centers μετά την ολοκλήρωση της κατασκευαστικής περιόδου.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι μια μεγάλη εγκατάσταση μπορεί να απασχολεί σε μόνιμη βάση μόλις 30 έως 60 εργαζομένους, κυρίως σε υπηρεσίες φύλαξης, καθαριότητας και τεχνικής συντήρησης. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης κατευθύνεται σε πανάκριβο εξοπλισμό και υπολογιστικά συστήματα, ενώ οι εξειδικευμένες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας και σημαντικό μέρος των οικονομικών ωφελειών παραμένουν στα κεντρικά γραφεία των πολυεθνικών ομίλων στο εξωτερικό.
Με αυτό το επιχείρημα, η ΓΣΕΕ θέτει ζήτημα αναλογίας μεταξύ του μεγέθους των επενδύσεων, της κατανάλωσης φυσικών πόρων και του πραγματικού οφέλους που αποκομίζουν οι τοπικές κοινωνίες.
Φόβοι για νέες επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο η αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα Data Centers να οδηγήσει σε πρόσθετες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά.
Για τη σύνδεση και τη λειτουργία εγκαταστάσεων μεγάλης ισχύος απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Η ΓΣΕΕ προειδοποιεί ότι, εάν το κόστος των αναγκαίων έργων δεν καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τις ίδιες τις εταιρείες, υπάρχει κίνδυνος να μεταφερθεί στους υπόλοιπους καταναλωτές μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων στους λογαριασμούς ρεύματος.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η συνεχής και αδιάλειπτη ζήτηση των εγκαταστάσεων μπορεί να αυξήσει την πίεση στο ηλεκτρικό σύστημα, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλής κατανάλωσης, όπως οι θερινοί καύσωνες, ή όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι περιορισμένη λόγω άπνοιας.
Σε τέτοιες συνθήκες, η κάλυψη της πρόσθετης ζήτησης ενδέχεται να απαιτήσει μεγαλύτερη συμμετοχή ακριβότερων μονάδων ορυκτών καυσίμων, με πιθανές επιπτώσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Επιπλέον, η Συνομοσπονδία εκφράζει ανησυχία για τη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου από τις μεγάλες εγκαταστάσεις, καθώς εκτιμά ότι μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες σύνδεσης νέων φωτοβολταϊκών από αγρότες, επαγγελματίες, δήμους και ενεργειακές κοινότητες πολιτών, οι οποίοι επιδιώκουν να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος μέσω του ενεργειακού συμψηφισμού.
Εξίσου σημαντικό ζήτημα αποτελεί, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ και την ΕΕΚΕ, η κατανάλωση νερού για την ψύξη των υπολογιστικών συστημάτων. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις από την ξηρασία και τη λειψυδρία, η λειτουργία μεγάλων Data Centers δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις για υδάτινους πόρους.
Οι δύο φορείς προειδοποιούν ότι σε περιοχές όπως η Ανατολική Αττική και η Κρήτη, η βιομηχανική χρήση νερού μπορεί να ανταγωνιστεί τις ανάγκες ύδρευσης των κατοίκων και άρδευσης των καλλιεργειών.
Εκφράζουν, μάλιστα, τον φόβο ότι ενδεχόμενες ελλείψεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους δήμους σε πρόσθετες και δαπανηρές επενδύσεις, όπως νέες γεωτρήσεις ή μονάδες αφαλάτωσης, με το σχετικό κόστος να επιβαρύνει τελικά τους δημότες μέσω των λογαριασμών ύδρευσης και των δημοτικών τελών.
Η ΓΣΕΕ και η Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας διευκρινίζουν ότι δεν αντιτίθενται στην τεχνολογική πρόοδο ούτε στην ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών. Ζητούν, ωστόσο, να υπάρξουν αυστηροί όροι λειτουργίας, ώστε οι επενδύσεις να μην επιβαρύνουν τους εργαζομένους, τους καταναλωτές και τις τοπικές κοινωνίες.
Στο πλαίσιο αυτό, καταθέτουν πέντε βασικές διεκδικήσεις:
1. Πραγματική Δίκαιη Μετάβαση: Ζητούν οι διαθέσιμες ηλεκτρικές υποδομές και οι πόροι της ενεργειακής μετάβασης στις λιγνιτικές περιοχές, όπως η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη, να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα σε επενδύσεις που δημιουργούν πολλές, μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας, καθώς και σε ενεργειακές κοινότητες προς όφελος των κατοίκων.
2. Μηδενική επιβάρυνση των νοικοκυριών: Ζητούν να μην επιβαρύνονται οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις των καταναλωτών από τα έργα σύνδεσης των Data Centers. Παράλληλα, προτείνουν οι εταιρείες να καλύπτουν τις ενεργειακές τους ανάγκες με δικά τους νέα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και αποθήκευσης.
3. Προστασία των υδάτινων πόρων: Διεκδικούν θεσμική απαγόρευση της χρήσης νερού από το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης για την ψύξη των εγκαταστάσεων, καθώς και υποχρεωτική μηνιαία δημοσιοποίηση των καταναλώσεων ηλεκτρικής ενέργειας και νερού από κάθε μονάδα.
4. Τέλος στις διαδικασίες fast-track: Ζητούν την κατάργηση των ειδικών χωροταξικών σχεδίων (ΕΣΧΑΣΕ), τα οποία, σύμφωνα με την άποψή τους, περιορίζουν τη συμμετοχή των δημοτικών συμβουλίων και των τοπικών κοινωνιών στις αποφάσεις χωροθέτησης. Παράλληλα, ζητούν να μην εγκρίνονται εγκαταστάσεις κοντά σε κατοικημένες περιοχές και σε παραγωγική αγροτική γη.
5. Κοινωνική ανταποδοτικότητα: Προτείνουν την υποχρεωτική αξιοποίηση της αποβαλλόμενης θερμότητας από τα Data Centers για την κάλυψη αναγκών των γειτονικών δήμων, όπως η παροχή τηλεθέρμανσης σε σχολεία, νοσοκομεία και κατοικίες.
Τα ευρωπαϊκά παραδείγματα και η ανάγκη αυστηρότερων κανόνων
Για να ενισχύσουν τις θέσεις τους, οι δύο φορείς επικαλούνται πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ιρλανδία, η Γερμανία και η Ολλανδία. Ειδικότερα, αναφέρονται στους περιορισμούς που έχουν τεθεί στις νέες συνδέσεις Data Centers στην περιοχή του Δουβλίνου λόγω των πιέσεων στο ηλεκτρικό δίκτυο, στις υποχρεώσεις αξιοποίησης της απορριπτόμενης θερμότητας στη Γερμανία και στους περιορισμούς χωροθέτησης τέτοιων εγκαταστάσεων σε αγροτικές περιοχές στην Ολλανδία.
Το βασικό μήνυμα της ΓΣΕΕ είναι ότι η ανάπτυξη των ψηφιακών υποδομών δεν μπορεί να προχωρά χωρίς σαφείς περιβαλλοντικούς, ενεργειακούς και κοινωνικούς όρους. Όπως υπογραμμίζει, η ψηφιακή μετάβαση θα πρέπει να δημιουργεί πραγματική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία και την κοινωνία, αντί να οδηγεί σε ιδιωτικοποίηση των κερδών και μετακύλιση του ενεργειακού και περιβαλλοντικού κόστους στους πολίτες.