Απεβίωσε την Παρασκευή σε ηλικία 89 ετών στην οικία του στην Ουάσιγκτον ο Τζον Ντ. «Τζέι» Ροκφέλερ ο 4ος, γόνος μιας από τις πλουσιότερες και πλέον επιδραστικές πολιτικές δυναστείες των Ηνωμένων Πολιτειών, αφήνοντας πίσω του μια βαριά παρακαταθήκη κοινωνικής προσφοράς. Η είδηση του θανάτου του μεταδόθηκε από την εφημερίδα Washington Post, χωρίς η οικογένειά του να δώσει στη δημοσιότητα τα αίτια της απώλειας.
Ποίος ήταν ο Ροκφέλερ;
Γεννημένος στη Νέα Υόρκη στις 18 Ιουνίου 1937, λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του προπάππου του και ιδρυτή της Standard Oil, ο Τζέι μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από υψηλές πολιτικές προσδοκίες. Ο πατέρας του υπήρξε διακεκριμένος φιλάνθρωπος, ενώ οι θείοι του κατείχαν κορυφαία αξιώματα, με τον Νέλσον Ροκφέλερ να διατελεί Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, τον Ντέιβιντ να ηγείται της Chase Manhattan Bank και τον Γουίνθροπ να διατελεί κυβερνήτης του Αρκάνσας. Η πορεία του ίδιου, ωστόσο, διαμορφώθηκε ουσιαστικά μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όταν συμμετείχε σε πρόγραμμα εθνικής υπηρεσίας στη φτωχή και αγροτική Δυτική Βιρτζίνια από το 1964 έως το 1966. Η βαθιά του επαφή με τις δυσκολίες των κατοίκων της περιοχής τον σημάδεψε, ωθώντας τον να ριζώσει εκεί και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα κοινά.
Η πολιτική του σταδιοδρομία υπήρξε μακρά και πολυδιάστατη. Ξεκίνησε το 1966 με την εκλογή του στο νομοθετικό σώμα της Δυτικής Βιρτζίνια, ενώ ακολούθησαν θητείες ως Υπουργός Εσωτερικών της πολιτείας και, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια, ως κυβερνήτης το 1976. Διαθέτοντας μέρος της τεράστιας προσωπικής του περιουσίας για τη χρηματοδότηση των προεκλογικών του εκστρατειών, ο Ροκφέλερ εξελέγη το 1984 στη Γερουσία των ΗΠΑ, όπου υπηρέτησε επί τριάντα συναπτά έτη εκπροσωπώντας σταθερά τη Δυτική Βιρτζίνια, προτού αποσυρθεί οριστικά το 2015. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Γερουσία, αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημιουργία του προγράμματος του 1997 για την ιατροφαρμακευτική κάλυψη εκατομμυρίων ανασφάλιστων παιδιών (CHIP), στηρίζοντας τις προσπάθειες του Μπιλ Κλίντον τη δεκαετία του '90 και παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ψήφιση του ObamaCare το 2010. Παράλληλα, ως εκπρόσωπος μιας πολιτείας με έντονη εξορυκτική δραστηριότητα, υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των ανθρακωρύχων, μολονότι δεν δίστασε να συγκρουστεί το 2012 με στελέχη της βιομηχανίας άνθρακα τασσόμενος υπέρ της θέσπισης αυστηρότερων περιβαλλοντικών κανονισμών. Στην εξωτερική πολιτική, αν και υπερψήφισε αρχικά το 2002 την εξουσιοδότηση για τον πόλεμο στο Ιράκ, εξέφρασε αργότερα βαθιά μεταμέλεια και, υπό την ιδιότητά του ως επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, ηγήθηκε της έρευνας που αποκάλυψε πως η κυβέρνηση Μπους είχε παραπλανήσει τον αμερικανικό λαό επικαλούμενη ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής.
Ο Τζέι Ροκφέλερ, παντρεμένος με τη Σάρον Πέρσι Ροκφέλερ και πατέρας τεσσάρων παιδιών, αφιέρωσε τη ζωή του στην υπεράσπιση των ευάλωτων πολιτών, συνδέοντας το ιστορικό όνομα της οικογένειάς του με την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημόσια υπηρεσία.