Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση, με αφορμή την εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων.
Όπως σημειώνει η συνομοσπονδία, η πρόταση είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Η διατήρηση των υπέρογκων προσαυξήσεων και προστίμων, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο του 5,84%, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών.
Οι επιβαρύνσεις αυτές, συνεχίζει η συνομοσπονδία, περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Ακόμη προσθέτει, ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής.
Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και να προβλέπει:
- Ένταξη του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη επιβάρυνση από διαφορετικές ρυθμίσεις, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεων.
- Διαγραφή του συνόλου των προσαυξήσεων και προστίμων που έχουν διογκώσει τις αρχικές οφειλές.
- Μείωση του επιτοκίου, τουλάχιστον κατά 50%, με ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο της ΕΚΤ, χωρίς πρόσθετες προσαυξήσεις.
Το ζητούμενο, τονίζει η ΓΣΕΒΕΕ, είναι μια ρύθμιση που οι επιχειρήσεις να μπορούν να τηρήσουν στην πράξη. Η ουσιαστική αποπληρωμή των οφειλών και η διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, υπηρετούν τα δημόσια έσοδα, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα.
Όσον αφορά τους αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα κριθεί από την εφαρμογή τους, από τη διαφάνεια στην ενημέρωση των οφειλετών, τις ρεαλιστικές προτάσεις ρύθμισης και την έμπρακτη προστασία όσων τηρούν τις συμφωνίες τους. Για μια μικρή επιχείρηση, η προστασία της επαγγελματικής της στέγης και του παραγωγικού της εξοπλισμού αποτελεί προϋπόθεση συνέχισης της λειτουργίας της.
Η ενίσχυση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης, όπως αναφέρει η συνομοσπονδία, προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στο κόστος μεταφοράς, αλλά η δεκαπενθήμερη διάρκειά της δεν επιτρέπει ασφαλή προγραμματισμό. Απαιτούνται παρεμβάσεις, με διάρκεια στο κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μέτρα που θα στηρίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και τη ζήτηση στην αγορά.
Εν κατακλείδι, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το συσσωρευμένο χρέος, το υψηλό κόστος λειτουργίας και την έλλειψη ρευστότητας. Όσο τα κριτήρια αυτά δεν ικανοποιούνται, οι εξαγγελίες παραμένουν ανεπαρκείς και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συσσωρεύουν χρέη και να αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας, με την επιβίωσή τους να βρίσκεται σε κίνδυνο.
Τέλος, η εξαγγελία για συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, εκτιμά η συνομοσπονδία ότι δεν αρκεί. Απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν τη διάθεσή του στα επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 καθ' όλη τη χειμερινή περίοδο, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις. Διαφορετικά, συμπληρώνει, το κόστος θέρμανσης θα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη και τη ζήτηση στην αγορά.