Η απότομη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την αμερικανική οικονομία και ενδέχεται να επηρεάσει τις συζητήσεις της Federal Reserve για τη νομισματική πολιτική. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κεντρική τράπεζα θα αντισταθεί σε οποιοδήποτε σαφές αίτημα της κυβέρνησης Τραμπ να παρέμβει για τη στήριξη της αγοράς.
Το ενδιαφέρον για τον πιθανό ρόλο της Fed εντείνεται καθώς ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, έχει αναλάβει ασυνήθιστα ενεργό ρόλο στην προσπάθεια να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων, τις οποίες θεωρεί αναντίστοιχες με τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας.
Η προσπάθεια του Μπέσεντ, η οποία την περασμένη εβδομάδα περιλάμβανε την επέκταση μιας βασικής επιχείρησης επαναγοράς κρατικού χρέους, δεν φαίνεται να αποδίδει τα αναμενόμενα. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Ο ίδιος απέδωσε την κίνηση σε «παγκόσμια ζητήματα», μιλώντας την Τρίτη κατά την άφιξή του σε ακρόαση στο Κογκρέσο.
Στο επίκεντρο το ενδεχόμενο αγορών από τη Fed
Οι δυσκολίες του υπουργείου Οικονομικών στην αγορά ομολόγων εγείρουν το ερώτημα αν θα μπορούσε να ζητηθεί από τη Fed να αγοράσει κρατικό χρέος, μειώνοντας την προσφορά στην αγορά και, κατ’ επέκταση, περιορίζοντας ή μειώνοντας τις αποδόσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ελαφρύνει το κόστος δανεισμού τόσο για το Δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα.
Ωστόσο, οι αναλυτές που παρακολουθούν τη Fed βλέπουν ελάχιστες πιθανότητες για μια τέτοια παρέμβαση, εκτός εάν οι αγορές οδηγηθούν σε κατάσταση έντονης πίεσης. Μέχρι στιγμής, παρά τη συνεχή υποχώρηση των τιμών των ομολόγων, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι έχει διαμορφωθεί μια τέτοια συνθήκη.
Το ζήτημα, πάντως, παραμένει στο προσκήνιο, καθώς ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουορς, έχει κάνει δηλώσεις που σηματοδοτούν μεγαλύτερη διάθεση συντονισμού με το υπουργείο Οικονομικών σε ορισμένα ζητήματα.
«Μία από τις άγραφες εντολές της Fed είναι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες», δήλωσε ο Ρικ Ρίντερ, επικεφαλής διαχειριστής επενδύσεων ομολόγων της BlackRock, το όνομα του οποίου είχε εξεταστεί από τον Τραμπ για την ηγεσία της Fed.
Όπως εξήγησε, οι αποφάσεις των αξιωματούχων της Fed για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν το κόστος του χρέους και, ως εκ τούτου, «αυτό πρέπει να αποτελεί μέρος των κριτηρίων που εξετάζουν» στις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.
Η επόμενη κίνηση στα επιτόκια
Η Fed αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο εύρος 3,75%–4,00%, καθώς οι πρόσφατες μετρήσεις του πληθωρισμού παραμένουν υψηλές.
Οι συμμετέχοντες στην αγορά εκτιμούν ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να λειτουργήσει υποστηρικτικά για το υπουργείο Οικονομικών, ενισχύοντας την αξιοπιστία της Fed στη μάχη κατά του πληθωρισμού. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να συμβάλει σε υποχώρηση των αποδόσεων των ομολόγων μεγαλύτερης διάρκειας με την πάροδο του χρόνου.
Δημοσκόπηση της Deutsche Bank σε επενδυτές, η οποία δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, έδειξε ότι οι επενδυτές θεωρούν πως μια αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελαφρά άνοδο των αποδόσεων βραχυπρόθεσμα. Αντίθετα, εκτιμούν ότι οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις θα αυξάνονταν ακόμη περισσότερο εάν η Fed διατηρούσε αμετάβλητα τα επιτόκια.
Ο Ρίντερ σημείωσε ότι, εάν το υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες στην πώληση του χρέους του ή προκύψουν άλλες αναταράξεις στις αγορές, η Fed θα μπορούσε να εμπλακεί περισσότερο, αγοράζοντας ομόλογα για να ηρεμήσει τις συνθήκες.
Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, έχει σημασία να παρακολουθούνται οι επόμενες δημοπρασίες κρατικού χρέους.
Αντίσταση σε μια μεγάλη παρέμβαση
Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι μια πιο έντονη πίεση από το υπουργείο Οικονομικών, με αίτημα προς τη Fed να αγοράσει μεγάλες ποσότητες ομολόγων ώστε να περιορίσει τις αποδόσεις, δεν αποτελεί επιλογή που θα αποδεχθούν εύκολα οι κεντρικοί τραπεζίτες.
Ο Γουορς «νοιάζεται πολύ για την αξιοπιστία της Fed – και για τη δική του», δήλωσε ο Λου Κράνταλ, επικεφαλής οικονομολόγος της Wrightson ICAP.
Κατά τον ίδιο, το υπουργείο Οικονομικών έχει πλήξει την αξιοπιστία του με τις παρεμβάσεις του στην αγορά, ενώ ο επικεφαλής της Fed «δεν θα έχει καμία διάθεση να αφήσει τη Fed να παρασυρθεί σε αυτό». Όπως υπογράμμισε, «το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο για τη Fed απ’ ό,τι για το υπουργείο Οικονομικών».
Από την πλευρά του, ο Μπέσεντ χαρακτήρισε την Τρίτη επιτυχημένες τις επαναγορές κρατικού χρέους, παρά την αύξηση του μεγέθους τους.
Ο Μαρκ Σόμπελ, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών επί κυβερνήσεων τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών και νυν πρόεδρος του OMFIF στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε θεωρητικά να πιέσει τη Fed να προχωρήσει σε μια μορφή ποσοτικής χαλάρωσης ή ελέγχου της καμπύλης αποδόσεων. Μια τέτοια κίνηση θα ισοδυναμούσε, στην ουσία, με προσπάθεια εξασφάλισης φθηνής χρηματοδότησης για τον προϋπολογισμό και οικονομικής καταστολής.
Ωστόσο, όπως και ο Κράνταλ, ο Σόμπελ εκτιμά ότι ο Γουορς θα αντιδρούσε σε μια τέτοια εμπλοκή.
Η «δύναμη πυρός» της Fed
Το επιχείρημα υπέρ μιας πιθανής παρέμβασης της Fed συνδέεται με τη δυνατότητα που διαθέτει να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερους πόρους.
Οι παρεμβάσεις του υπουργείου Οικονομικών περιορίζονται στα διαθέσιμα κεφάλαιά του. Η Fed, αντίθετα, μπορεί να δημιουργεί χρήμα, γεγονός που θεωρητικά της επιτρέπει να αγοράσει απεριόριστη ποσότητα ομολόγων, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο.
Οι μαζικές αγορές ομολόγων, γνωστές ως ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing), αποτελούν πλέον καθιερωμένο εργαλείο της Fed. Χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007–2009 και επανήλθαν κατά την πανδημία COVID-19.
Οι οικονομολόγοι συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι οι προηγούμενες αγορές ομολόγων συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση των πιέσεων στις αγορές, σηματοδότησαν τη δέσμευση της Fed για υποστηρικτική νομισματική πολιτική και πιθανότατα διατήρησαν το κόστος δανεισμού χαμηλότερα από ό,τι θα ήταν διαφορετικά.
Το προηγούμενο του 1951 και η ανεξαρτησία της Fed
Κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Fed είχε εργαστεί ενεργά, κατόπιν αιτήματος του υπουργείου Οικονομικών, για τον περιορισμό του κόστους δανεισμού.
Αυτό, όμως, σταμάτησε μετά τη συμφωνία Treasury–Fed του 1951, η οποία διαχώρισε τη διαχείριση του κρατικού χρέους από τη νομισματική πολιτική.
Μια νέα αγορά ομολόγων κατόπιν αιτήματος του υπουργείου Οικονομικών δεν θα ανέτρεπε μόνο έναν διαχρονικό πυλώνα της ανεξαρτησίας της Fed. Θα ερχόταν επίσης σε σύγκρουση με την προσπάθειά της να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, καθώς οι αγορές αναμένουν ότι θα χρειαστούν μία ή περισσότερες αυξήσεις του βασικού βραχυπρόθεσμου επιτοκίου.
Επιπλέον, αγορές ομολόγων σε κλίμακα ικανή να επηρεάσει τις αποδόσεις θα προκαλούσαν σημαντική διόγκωση του ισολογισμού της Fed. Ο Γουορς, αντίθετα, επιθυμεί να μειώσει το συνολικό μέγεθος των στοιχείων ενεργητικού της κεντρικής τράπεζας, τα οποία σήμερα ανέρχονται σε 6,7 τρισ. δολάρια.
Υψηλότερες αποδόσεις λόγω ισχυρής οικονομίας
Ένας ακόμη παράγοντας που λειτουργεί αποτρεπτικά για την παρέμβαση της Fed είναι η άποψη ορισμένων αξιωματούχων της ότι οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αντανακλούν σε σημαντικό βαθμό θεμελιώδεις οικονομικούς λόγους.
Ο πρόεδρος της Fed Νέας Υόρκης, Τζον Γουίλιαμς, δήλωσε στο CNBC στις 2 Σεπτεμβρίου ότι η άνοδος των αποδόσεων αποτελεί «περισσότερο αντανάκλαση της ισχύος της οικονομίας», σε συνδυασμό με τα υψηλά επίπεδα επενδύσεων στην τεχνολογία.
Παράλληλα, υποβάθμισε τη σημασία των παρεμβάσεων του υπουργείου Οικονομικών ως παράγοντα για τη νομισματική πολιτική, σημειώνοντας ότι όσα κάνει το υπουργείο «δεν περιπλέκουν τη δική μου δουλειά ή τη δουλειά μας στη χάραξη νομισματικής πολιτικής».