Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε σήμερα πρόταση νέου κανονισμού για τον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τις δημόσιες συμβάσεις, με σκοπό τη στήριξη αποτελεσματικών επενδύσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, σύμφωνα με τους στόχους πολιτικής της Ένωσης.
Με βάση εκτενείς διαβουλεύσεις με αγοραστές του δημόσιου τομέα, επιχειρήσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση ώστε οι δημόσιες συμβάσεις να γίνουν πιο απλές, πιο ευέλικτες και πιο αποτελεσματικές. Η μεταρρύθμιση θα συμβάλει στην ολοκλήρωση μιας ενιαίας αγοράς για τις δημόσιες συμβάσεις, η οποία αντιστοιχεί περίπου το 15% του ΑΕΠ της ΕΕ.
Οι δημόσιες συμβάσεις είναι καίριας σημασίας τόσο για την ευρωπαϊκή οικονομία όσο και για την καθημερινή ζωή των πολιτών, καθώς καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τομέων, από τις μεταφορές, τις υποδομές και τα ενεργειακά συστήματα έως τα σχολεία και τις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης. Η πρόταση αναμένεται να αποφέρει σημαντική ετήσια εξοικονόμηση διοικητικών δαπανών ύψους 649 εκατ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της μείωσης του διοικητικού φόρτου κατά 80 εκατ. ευρώ για τους αγοραστές του δημόσιου τομέα και κατά 570 εκατ. ευρώ για τους οικονομικούς φορείς.
Ο προτεινόμενος κανονισμός για τις δημόσιες συμβάσεις αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς με τέσσερις βασικούς τρόπους.
Πιο απλοί και πιο σαφείς κανόνες
Η προτεινόμενη πράξη για τις δημόσιες συμβάσεις καθιστά πιο σαφείς και πιο απλούς τους κανόνες, ενοποιώντας σε έναν ενιαίο, άμεσα εφαρμοστέο κανονισμό τις τρεις υφιστάμενες οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις διατάξεις περί δημοσίων συμβάσεων που σήμερα είναι διασκορπισμένες στην ειδική τομεακή νομοθεσία. Έτσι θα δημιουργηθεί ένα πιο συνεκτικό και προβλέψιμο πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο θα μειώσει την πολυπλοκότητα, τον διοικητικό φόρτο και τις ασυνέπειες στον τρόπο εφαρμογής των κανόνων, με τρεις διαδικασίες αντί για πέντε που είναι σήμερα. Θα μειώσει την πολυπλοκότητα και την ασυνέπεια που προκύπτουν από τις χωριστές νομοθετικές πράξεις και τις αποκλίνουσες μεταφορές στα εθνικά δίκαια.
Το νέο πλαίσιο παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στους αγοραστές του δημόσιου τομέα, επιτρέποντας τις διαπραγματεύσεις με τον αιτούντα κατά τη διάρκεια των διαδικασιών. Προάγει δε την καλύτερη διαβούλευση με την αγορά, απλουστεύει τις διοικητικές διαδικασίες, και επιτρέπει τις διαπραγματεύσεις, καθιστώντας έτσι τις δημόσιες συμβάσεις πιο παρόμοιες με τις ιδιωτικές. Εισάγει επίσης μια διαδικασία καινοτομίας για την ανάπτυξη και την απόκτηση καινοτόμων λύσεων που δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στην αγορά.
Μία ενιαία πλατφόρμα για όλες τις δημόσιες συμβάσεις στην ΕΕ
Βασικό στοιχείο για την απλούστευση και τη μείωση του διοικητικού φόρτου είναι η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης ψηφιακής αγοράς δημοσίων συμβάσεων που θα αποτελείται από διασυνδεδεμένες και διαλειτουργικές πλατφόρμες ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων των κρατών μελών.
Η ψηφιακή αγορά θα απλουστεύσει και θα διευκολύνει τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων για τους αγοραστές του δημόσιου τομέα (για παράδειγμα, μέσω της αυτόματης επαλήθευσης των κριτηρίων αποκλεισμού). Θα επιτρέψει επίσης στις επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και να υποβάλλουν προσφορές σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω οποιασδήποτε από τις συνδεδεμένες πλατφόρμες ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων, εφαρμόζοντας την αρχή «μόνον άπαξ», ώστε να αποφεύγονται επανειλημμένα αιτήματα για πληροφορίες και έγγραφα. Έτσι θα αυξηθούν οι επιχειρηματικές ευκαιρίες, αλλά και ο αριθμός των προσφορών που θα λαμβάνουν οι αγοραστές του δημόσιου τομέα, μεγιστοποιώντας το δυναμικό της ενιαίας αγοράς.
Επιπλέον, η ψηφιακή αγορά θα εξορθολογίσει τις ανταλλαγές δεδομένων μεταξύ των συστημάτων ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων των κρατών μελών, μέσω ενός ενοποιημένου πλαισίου για τη διαχείριση δεδομένων, ενισχύοντας έτσι τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τις ικανότητες καταπολέμησης της απάτης.
Περισσότερη στήριξη σε στόχους που αφορούν το περιβάλλον, την κοινωνία και την καινοτομία
Η πρόταση καθιστά τον δείκτη βέλτιστης τιμής-ποιότητας (Best Price-Quality Ratio - BPQR) την τυποποιημένη μέθοδο ανάθεσης, καθώς τα ποιοτικά κριτήρια θα αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 30% (50% για συμβάσεις υψηλής έντασης εργασίας), με έναν παράλληλο μηχανισμό «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης». Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από την προσέγγιση αυτή εάν εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί η ποιότητα, για παράδειγμα μέσω ελάχιστων απαιτήσεων ποιότητας.
Ως εκ τούτου, οι αγοραστές του δημόσιου τομέα θα πρέπει να λαμβάνουν συστηματικά υπόψη όχι μόνο την τιμή, αλλά και την ποιότητα, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραμέτρων, της καινοτομίας, της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας, καθώς και των παραμέτρων για την «ευρωπαϊκή προτίμηση». Οι αγοραστές του δημόσιου τομέα θα έχουν πλήρη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα κριτήρια ποιότητας που θα εφαρμόζουν και με ποιο ποσοστό στις επιμέρους διαδικασίες σύναψης συμβάσεων, ενώ η πρόταση θα προσφέρει πρακτικά εργαλεία για τη στήριξή τους στο πλαίσιο αυτό.
Μεγαλύτερη ασφάλεια, ανθεκτικότητα και στρατηγική αυτονομία
Σύμφωνα με τις συστάσεις της έκθεσης Ντράγκι,η πρόταση απηχεί την αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία των δημοσίων συμβάσεων. Επιτρέπει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτεί από τους αγοραστές του δημόσιου τομέα να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους που σχετίζονται με την προστασία και τη δημόσια ασφάλεια της Ένωσης ή των κρατών μελών, τις ευαίσθητες πληροφορίες, την κυβερνοασφάλεια και την αθέμιτη επιρροή τρίτων χωρών.
Οι συμβάσεις στις οποίες συμμετέχουν οντότητες που συνδέονται με υποδομές ζωτικής σημασίας και αποσκοπούν στη στήριξη της διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού, της ασφάλειας του εφοδιασμού και της ετοιμότητας για την αντιμετώπιση κρίσεων, θα διέπονται από νέες διατάξεις για την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Τέλος, ο κανονισμός θεσπίζει ένα οριζόντιο πλαίσιο ευρωπαϊκής προτίμησης για τις δημόσιες συμβάσεις σύμφωνα και με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις της Ένωσης. Διευκρινίζει ποιοι φορείς και προϊόντα καλύπτονται από τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις και διευκολύνει τον σχετικό έλεγχο. Η Επιτροπή θα μπορεί να περιορίζει την εν λόγω κάλυψη όταν από την ανάλυση της πρόσβασης στην αγορά προκύπτει ότι μια τρίτη χώρα δεν έχει χορηγήσει στους ενωσιακούς φορείς εκμετάλλευσης δίκαιη πρόσβαση στην αγορά σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της ή όταν απαιτούνται περιορισμοί για την αποφυγή εξαρτήσεων σε σχέση με την ασφάλεια του εφοδιασμού ή για την προστασία των συμφερόντων μας στον τομέα της οικονομικής ασφάλειας.
Επόμενα βήματα
Ο προτεινόμενος κανονισμός θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν από την έκδοση και την έναρξη ισχύος του.