Την τελευταία του πνοή άφησε το απόγευμα της 9ης Σεπτέμβρη ο Γιώργος Μαζωνάκης από ανακοπή καρδιάς στο νοσοκομείο «Ελπίς».
Σε ηλικία 54 ετών, ο αγαπημένος τραγουδιστής σκόρπισε τη θλίψη στον καλλιτεχνικό χώρο. Τη δυσάρεστη είδηση επιβεβαίωσε και το Υπουργείο Υγείας.
Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, αισθάνθηκε αδιαθεσία και όταν έφτασε στο νοσοκομείο βρισκόταν ήδη σε κρίσιμη κατάσταση και παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή.
Από τη Νίκαια στις μεγαλύτερες πίστες της χώρας και από το κλασικό λαϊκό τραγούδι σε μια σκηνική παρουσία που πολλές φορές ανέτρεψε τα στερεότυπα της νυχτερινής διασκέδασης. Η πορεία του Γιώργου Μαζωνάκη είναι συνδεδεμένη με μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, αλλά και με μια διαρκή διάθεση αλλαγής, τόσο στη μουσική όσο και στην εικόνα του.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια του Πειραιά, με οικογενειακές ρίζες στη Σητεία της Κρήτης. Τα πρώτα μουσικά του ακούσματα προέρχονταν από δύο φαινομενικά διαφορετικούς κόσους: από τη μία το κλασικό ελληνικό λαϊκό τραγούδι, με φωνές όπως του Στράτου Διονυσίου, του Γιάννη Πάριου, της Μαρινέλλας και της Χάρις Αλεξίου, και από την άλλη το ξένο ροκ.
Ήδη από τα 15 του χρόνια είχε αποφασίσει ότι ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Τα πρώτα βήματα έγιναν μακριά από τις μεγάλες αθηναϊκές πίστες, σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας. Εκεί, το καλοκαίρι του 1992, ήρθε η γνωριμία που θα άνοιγε τον δρόμο για τη δισκογραφία, όταν τον εντόπισε η Polygram, μετέπειτα Universal Music.
Από τα «Μεσάνυχτα» στην κορυφή των charts
Ο πρώτος του δίσκος, «Μεσάνυχτα και κάτι», κυκλοφόρησε το 1993. Έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε το «Με τα μάτια να το λες», που έφερε την πρώτη μεγάλη εκτόξευση της καριέρας του, με τραγούδια όπως τα «3 το πρωί», «Ανήκω σε μένα» και «Μη μου ζητάς».
Το 1996 ήρθε το «Μου λείπεις», ένα από τα τραγούδια που ταυτίστηκαν με την πρώτη περίοδο της καριέρας του και έγινε χρυσό. Η επιτυχία του ξεπέρασε αργότερα τα ελληνικά σύνορα: το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε σε διαφήμιση αυτοκινήτου στην Ιταλία, όπου κυκλοφόρησε και συλλογή με μεγάλες επιτυχίες του.
Το «Παιδί της Νύχτας» ακολούθησε το 1997 και έγινε πλατινένιο, ενώ στη συνέχεια ήρθαν διαδοχικά άλμπουμ και singles που εδραίωσαν την παρουσία του στο λαϊκό τραγούδι. Ανάμεσά τους και το «Θέλω να γυρίσω», σε στίχους Νίκου Βουρλιώτη, μια συνεργασία που έδειχνε ήδη τη διάθεση του Μαζωνάκη να κινείται πέρα από τα αυστηρά όρια του παραδοσιακού λαϊκού ρεπερτορίου.
Ο λαϊκός τραγουδιστής που δεν φοβήθηκε την αλλαγή
Η ιδιαιτερότητα της διαδρομής του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στις πωλήσεις των δίσκων. Ο Μαζωνάκης επιχείρησε από νωρίς να διαμορφώσει μια διαφορετική αντίληψη για το πώς μπορεί να παρουσιάζεται ένας λαϊκός τραγουδιστής πάνω στη σκηνή.
Το ντύσιμο, η σκηνοθεσία, η κίνηση και η συνολική αισθητική των εμφανίσεών του έγιναν σταδιακά μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Κομβική υπήρξε η συνεργασία του με τον χορογράφο και σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Ρήγο, ο οποίος έφερε μια διαφορετική ματιά ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο οργανωνόταν ο χώρος της νυχτερινής διασκέδασης.
Σε μία από τις χαρακτηριστικές παρεμβάσεις, τα παραδοσιακά δεδομένα του νυχτερινού κέντρου άλλαξαν και οι θαμώνες βρέθηκαν να κάθονται σε καναπέδες. Ακολούθησαν ακόμη πιο τολμηρές σκηνικές επιλογές.
Οι εμφανίσεις του Μαζωνάκη με φούστες και πλατφόρμες προκάλεσαν τότε έντονες συζητήσεις, σε μια εποχή κατά την οποία η εικόνα του άνδρα λαϊκού τραγουδιστή ακολουθούσε πολύ πιο αυστηρούς κώδικες. Για άλλους ήταν πρόκληση, για άλλους μια συνειδητή ανατροπή των στερεοτύπων. Σε κάθε περίπτωση, κατάφερε να κάνει την εικόνα του μέρος της συζήτησης γύρω από τη μουσική του.
Οι συνεργασίες και το άνοιγμα πέρα από το λαϊκό τραγούδι
Στη μακρά πορεία του συνεργάστηκε με καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών και μουσικών κατευθύνσεων. Ανάμεσά τους ο Σταμάτης Γονίδης, ο Νότης Σφακιανάκης, οι Goin' Through και η Μαίρη Λίντα, η οποία συμμετείχε στο άλμπουμ «Μπροστά σ’ ένα Μικρόφωνο» ερμηνεύοντας το «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς».
Το 2002 η φωνή του πέρασε και στον κινηματογράφο, όταν ερμήνευσε δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, τα «Καμικάζι» και «Ξημερώνει πάλι», για το soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου».
Παράλληλα, η παρουσία του απέκτησε διεθνή διάσταση. Εκτός από τις εμφανίσεις του σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Κύπρο, τραγούδησε για το ελληνικό κοινό στη Γερμανία, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, με σταθμούς μεταξύ άλλων τη Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϊ, το Ατλάντικ Σίτι και το Σικάγο.
Μια καριέρα χτισμένη πάνω στις ανατροπές
Από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '90 μέχρι την καθιέρωσή του ως ένα από τα αναγνωρίσιμα πρόσωπα του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού, ο Γιώργος Μαζωνάκης επέλεξε να μην παραμένει για πολύ στην ίδια εικόνα.
Άλλαξε ήχο, εμφάνιση και σκηνική παρουσία, συνεργάστηκε με δημιουργούς έξω από τα στενά όρια του λαϊκού χώρου και συχνά επέλεξε να προκαλέσει συζήτηση αντί να ακολουθήσει την ασφαλή διαδρομή.
Αυτή η διαρκής εναλλαγή υπήρξε τελικά ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της καριέρας του: μια λαϊκή φωνή με έντονα προσωπικό ύφος και έναν καλλιτέχνη που έκανε την ανατροπή μέρος της δημόσιας εικόνας του.