Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις συστάσεις της για το 2026 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών, ενώ σημειώνει ότι η έξοδος της χώρας από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας έχει πλέον ολοκληρωθεί και τυπικά.
Παρά τη θετική αυτή αξιολόγηση, οι Βρυξέλλες διατηρούν στο επίκεντρο της προσοχής τους κρίσιμες πτυχές της ελληνικής φορολογικής πολιτικής. Ειδικότερα, εξετάζουν τις εκτεταμένες φοροαπαλλαγές που εφαρμόζονται στη χώρα, καθώς και το καθεστώς των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στο ντίζελ, το οποίο εξακολουθεί να φορολογείται ευνοϊκότερα σε σχέση με τη βενζίνη.
Την ίδια ώρα, στο μικροσκόπιο της Κομισιόν βρίσκεται το σύνολο των φοροαπαλλαγών και των ειδικών εξαιρέσεων που προβλέπει το ελληνικό φορολογικό σύστημα. Σύμφωνα με την έκθεση, το 2025 εφαρμόστηκαν 1.236 διαφορετικές φορολογικές δαπάνες, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ο μεγάλος αριθμός εξαιρέσεων αυξάνει την πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, περιορίζει την αποτελεσματικότητα της φορολογικής βάσης και ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Για τον λόγο αυτό προτείνουν την επανεξέταση του πλαισίου των φορολογικών εκπτώσεων και απαλλαγών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο ΟΟΣΑ, ο οποίος επισημαίνει ότι «ο περιορισμός των φορολογικών δαπανών και η συνέχιση των μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα δημιουργούσαν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο». Τόσο η Κομισιόν όσο και ο ΟΟΣΑ δεν αμφισβητούν τη σκοπιμότητα κάθε φοροαπαλλαγής ξεχωριστά. Ωστόσο, εντοπίζουν προβλήματα στην έλλειψη συστηματικής αξιολόγησης των μέτρων, στις ανισότητες που δημιουργούνται μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών φορολογουμένων, αλλά και στην απώλεια σημαντικών πόρων για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Το ζήτημα της έκτασης και του κόστους των φοροαπαλλαγών έχει τεθεί το τελευταίο διάστημα και από άλλους θεσμούς και φορείς. Πρόσφατα, το ΔΝΤ, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, καθώς και το ΙΟΒΕ, ζήτησαν την επανεξέταση του υφιστάμενου πλαισίου. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος των φοροαπαλλαγών ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. Το 2014, εν μέσω μνημονίων, ανερχόταν σε 3,042 δισ. ευρώ, ενώ το 2017 είχε αυξηθεί στα 7,716 δισ. ευρώ. Με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, η ανοδική τάση συνεχίστηκε μετά το 2021, με το συνολικό ύψος των φορολογικών δαπανών να φθάνει σήμερα τα 22,881 δισ. ευρώ.
Η ακτινογραφία των φοροαπαλλαγών
Το μεγαλύτερο μέρος των φοροαπαλλαγών εντοπίζεται στη φορολογία εισοδήματος. Στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων καταγράφονται 252 διαφορετικές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων εκπτώσεις δαπανών για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, απαλλαγές για εισοδήματα από κεφάλαιο, υπεραξίες και επιχειρηματική δραστηριότητα, μειώσεις φόρου, ειδικές ρυθμίσεις παρακράτησης, απαλλαγές από τεκμήρια και μέτρα που θεσπίστηκαν για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.
Αντίστοιχα, στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων καταγράφονται 265 περιπτώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν υποκειμενικές απαλλαγές, ειδικές εκπτώσεις δαπανών, φορολογικά κίνητρα μέσω αναπτυξιακών νόμων, μειωμένους συντελεστές φορολόγησης, ρυθμίσεις για εταιρικούς μετασχηματισμούς, καθώς και έκτακτες διατάξεις που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια κρίσεων.
Σημαντικός αριθμός φοροαπαλλαγών αφορά επίσης την περιουσία και τις συναλλαγές. Συγκεκριμένα, καταγράφονται 29 περιπτώσεις στον ΕΝΦΙΑ, 38 στον φόρο κληρονομιών, 66 σε δωρεές, γονικές παροχές και κέρδη από τυχερά παίγνια, 49 στον φόρο μεταβίβασης ακινήτων και 19 στον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων.
Παράλληλα, εντοπίζονται 75 περιπτώσεις απαλλαγών στον ΦΠΑ, που αφορούν συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας, ενδοκοινοτικές αποκτήσεις και εισαγωγές αγαθών, 76 περιπτώσεις στα τέλη χαρτοσήμου, 40 στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, 33 στα τέλη κυκλοφορίας, 26 στο τέλος ταξινόμησης οχημάτων και στον φόρο κατανάλωσης καφέ, καθώς και 203 γενικές απαλλαγές, πολλές από τις οποίες επαναλαμβάνονται σε επιμέρους φορολογικές κατηγορίες.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι απαλλαγές στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης κοστίζουν στον προϋπολογισμό περίπου 1,02 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον 1,01 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στις απαλλαγές από τον ΦΠΑ που συνδέονται κυρίως με τους μειωμένους συντελεστές που εξακολουθούν να εφαρμόζονται στα νησιά.
Ρήτρα διαφυγής για επενδύσεις, όχι για μέτρα στήριξης
Την ίδια στιγμή, η Κομισιόν αποφάσισε να διευρύνει το περιθώριο δημοσιονομικής ευελιξίας για τα κράτη-μέλη, ενεργοποιώντας την εθνική ρήτρα διαφυγής για επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και συμβάλλουν στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Η Ελλάδα αποκτά έτσι τη δυνατότητα να αξιοποιήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για συγκεκριμένες ενεργειακές επενδύσεις, όχι όμως για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης. Η νέα πρόβλεψη επιτρέπει την επιτάχυνση επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς, όπως η ενέργεια και οι σχετικές υποδομές, με αξιοποίηση των περιθωρίων που προσφέρουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Για τις συγκεκριμένες δαπάνες θεσπίζεται ετήσιο ανώτατο όριο ύψους 0,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2026-2028, ενώ προβλέπεται και σωρευτικό ανώτατο όριο 0,6% του ΑΕΠ για το σύνολο της τριετίας. Τα όρια αυτά λειτουργούν εντός του συνολικού δημοσιονομικού περιθωρίου 1,5% του ΑΕΠ, το οποίο προβλέπεται ήδη από την εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.