Την αυξανόμενη πολυπλοκότητα χρηματοδότησης στον ενεργειακό κλάδο ανέδειξε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, κ. Παύλος Μυλωνάς, μιλώντας σε πάνελ στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, επισημαίνοντας ότι πρόκειται ίσως για τον πιο απαιτητικό κλάδο για το τραπεζικό σύστημα.
Όπως σημείωσε, οι τράπεζες προτιμούν έργα με σταθερές και προβλέψιμες ταμειακές ροές. Αντίθετα, τα ενεργειακά έργα έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα αλλά αυξημένη μεταβλητότητα. Η διάσταση της ενεργειακής ασφάλειας, που επανήλθε στο προσκήνιο με την πολεμική σύρραξη στην Ουκρανία και εντείνεται από τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις, αυξάνει το κόστος μέσω πρόσθετων μηχανισμών προστασίας και διαφοροποίησης, επιβαρύνοντας την προβλεψιμότητα των εσόδων.
Παράλληλα, όπως επισήμανε, η αλλαγή των όρων του παιχνιδιού σε επίπεδο ρυθμιστικού και πολιτικού περιβάλλοντος επηρεάζει άμεσα τις επενδυτικές αποφάσεις. Η μετάβαση της Ευρώπης από καθεστώτα σταθερών τιμολογίων σε τιμολόγηση βάσει αγοράς άλλαξε τα δεδομένα. Στο παρελθόν, οι επενδυτές είχαν ουσιαστικά «κλειδωμένα» έσοδα για 15 - 20 χρόνια, γεγονός που καθιστούσε τα έργα σαφώς πιο χρηματοδοτήσιμα — κάτι που πλέον δεν ισχύει.
Ως εργαλεία αντιμετώπισης ανέφερε τις Διμερείς Συμφωνίες Ενέργειας («PPAs»), οι οποίες συνδέουν παραγωγούς και καταναλωτές. Ωστόσο, στην ελληνική αγορά, με μεγάλο αριθμό μικρών παραγωγών και καταναλωτών, η εφαρμογή τους είναι πιο δύσκολη. Στο πλαίσιο αυτό, η Εθνική Τράπεζα έχει αναπτύξει προϊον αντιστάθμισης κινδύνου που επιχειρεί να «ταιριάξει» παραγωγούς και καταναλωτές, χωρίς όμως αυτό να επαρκεί.
Αναφερόμενος στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα είναι σε έναν βαθμό «θύμα της επιτυχίας της». Περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από ΑΠΕ, με αποτέλεσμα σε ώρες αιχμής, όπως τις μεσημεριανές ώρες, οι τιμές να υποχωρούν σε μηδενικά επίπεδα, ενώ το δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει σχεδόν το 10% της παραγωγής. Το γεγονός αυτό δημιουργεί, όπως είπε, σοβαρά ερωτήματα για τη χρηματοδότηση νέων έργων: πώς μπορεί να εγκριθεί μια επένδυση όταν δεν είναι σαφές αν το 10% ή το 20% της παραγωγής δεν θα απορροφάται και οι τιμές θα μηδενίζονται;
Κατά τον ίδιο, μέρος της λύσης βρίσκεται στην ενίσχυση των δικτύων, που αποτελούν φυσικό μονοπώλιο και πεδίο ευθύνης του δημόσιου τομέα, καθώς και στη βελτίωση των διασυνδέσεων με άλλες χώρες, που αυξάνουν τη ζήτηση. Παράλληλα, ενδέχεται να απαιτηθούν μηχανισμοί που ενισχύουν τη χρηματοδοτησιμότητα των έργων, μέσω μεγαλύτερης ορατότητας στις ταμειακές ροές — όπως η ενίσχυση του Cash Flow Available for Debt Servicing (CFADS), δηλαδή των ταμειακών ροών που είναι διαθέσιμες για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Όπως επισήμανε ο Παύλος Μυλωνάς, η λειτουργία της αγοράς ενέργειας διέπεται από την αρχή της διαρκούς ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την ύπαρξη μηχανισμών ευελιξίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση της χρηματοδοτησιμότητας των έργων ενδέχεται να συνδεθεί με την εισαγωγή πληρωμών ευελιξίας, ιδίως σε συνδυασμό με λύσεις αποθήκευσης. Ωστόσο, η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης, όπως οι μπαταρίες, συνοδεύεται από πρόσθετες προκλήσεις, καθώς το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίζεται στην αξιοποίηση διακυμάνσεων τιμών (arbitrage - για δημιουργία εσόδων), στοιχείο που ενέχει αβεβαιότητα ως προς τη βιωσιμότητα και, κατ’ επέκταση, τη χρηματοδότησή τους, καθώς σε περίπτωση εκτεταμένης διείσδυσης, οι ευκαιρίες αυτές περιορίζονται. Η πρόκληση εντείνεται από τον μακροχρόνιο ορίζοντα των επενδύσεων — 15 έως 20 έτη — σε ένα περιβάλλον όπου δεν είναι σαφές αν, σε βάθος δεκαετίας, οι περιορισμοί χωρητικότητας θα έχουν ήδη καλυφθεί.
Συνολικά, όπως υπογράμμισε ο επικεφαλής της Εθνικής, η χρηματοδότηση ενεργειακών έργων καθίσταται ολοένα και πιο απαιτητική, λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας των τιμών και της διαρκούς εναλλαγής μεταξύ διαφορετικών πηγών παραγωγής. Πρόκειται για ένα σύστημα που μεταβάλλεται διαρκώς, με προκλήσεις — όπως η υπερπροσφορά από ΑΠΕ — οι οποίες μέχρι πρόσφατα δεν είχαν αναδειχθεί στον ίδιο βαθμό.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες στρέφονται στην αναζήτηση λύσεων που ενισχύουν τη σταθερότητα των ταμειακών ροών και, κατ’ επέκταση, τη χρηματοδοτησιμότητα των έργων. Καθοριστικός παράγοντας, όπως τόνισε, παραμένει η ύπαρξη ενός σταθερού και προβλέψιμου ρυθμιστικού πλαισίου, με επαρκή χρονικό ορίζοντα και χωρίς αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις, όπως ανώτατα όρια τιμών ή έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις.