Μόλις το 18% των προσφυγών που καταθέτουν οι φορολογούμενοι στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), με στόχο τη διαγραφή φόρων και προστίμων τα οποία αμφισβητούν, γίνεται δεκτό. Αντίθετα, περίπου το 80% απορρίπτεται, γεγονός που οδηγεί τις περισσότερες υποθέσεις στα Διοικητικά Δικαστήρια και, στη δυσμενέστερη περίπτωση, δημιουργεί νέα ληξιπρόθεσμα χρέη.
Τα συγκεντρωτικά στοιχεία της ΑΑΔΕ για το 2025 καταδεικνύουν ότι μόνο δύο στους δέκα φορολογούμενους δικαιώνονται, ενώ οκτώ στους δέκα αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες λύσεις για να απαλλαγούν από φόρους και πρόστιμα. Μετά από αυτή τη διαδικασία, που περιλαμβάνει προσφυγές σε επιτροπές και δικαστικές αίθουσες, σημαντικός αριθμός φορολογουμένων έρχεται αντιμέτωπος με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι την προηγούμενη χρονιά αυξήθηκε ο αριθμός των οφειλετών του Δημοσίου στους οποίους επιβλήθηκαν κατασχέσεις κατά 97.230 φυσικά και νομικά πρόσωπα ή κατά 6,21%, φθάνοντας συνολικά τα 1.662.981 πρόσωπα. Ο αριθμός αυτός αποτελεί νέο ρεκόρ και αντιστοιχεί πλέον στο 44,78% των 3.713.275 ληξιπρόθεσμων οφειλετών της Εφορίας.
Σε ό,τι αφορά τις προσφυγές, το 2025 το ποσοστό αποδοχής από τη ΔΕΔ διαμορφώθηκε στο 17,9%, ενώ το ποσοστό απόρριψης έφτασε περίπου στο 81%.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς υποβλήθηκαν 10.492 ενδικοφανείς προσφυγές, από τις οποίες η ΔΕΔ εξέτασε 9.685.
Σε 1.736 περιπτώσεις οι φορολογούμενοι δικαιώθηκαν, εξασφαλίζοντας ολική ή μερική διαγραφή φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων που είχαν καταλογιστεί. Αντίθετα, 7.835 προσφυγές απορρίφθηκαν, γεγονός που δείχνει ότι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων κρίθηκε νόμιμη η πράξη της φορολογικής αρχής.
Παράλληλα, 38 υποθέσεις απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους, όπως η εκπρόθεσμη υποβολή, ενώ 76 υποθέσεις κατέληξαν σε διαφορετική διαδικαστική έκβαση, όπως παραίτηση ή κατάργηση της διαδικασίας. Επιπλέον, 625 αιτήματα αναστολής καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού έγιναν δεκτά ή εξετάστηκαν, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για την προσωρινή οικονομική προστασία του φορολογουμένου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.
Στο τέλος Δεκεμβρίου παρέμεναν σε εκκρεμότητα 4.448 υποθέσεις, αριθμός που αποτυπώνει τη συνεχή εισροή νέων προσφυγών αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φορολογούμενοι με φόρους και πρόστιμα που συχνά θεωρούνται άδικα.
Για 2.289 υποθέσεις, μετά την απόρριψη της αίτησης, επόμενος σταθμός ήταν τα Διοικητικά Δικαστήρια.
Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, η ηλεκτρονική υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής γίνεται μέσω της ιστοσελίδας της ΑΑΔΕ με χρήση των προσωπικών κωδικών πρόσβασης του TAXISnet. Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, όταν η προσφυγή υποβάλλεται ηλεκτρονικά από τον νόμιμο εκπρόσωπό τους, η διαδικασία πραγματοποιείται με τη χρήση των προσωπικών κωδικών πρόσβασης του τελευταίου.
Οι λόγοι
Ο λανθασμένος υπολογισμός της φορολογητέας ύλης, η μη ορθή εφαρμογή έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού εισοδήματος, η αναγνώριση δαπανών ως εκπιπτόμενων και ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εισοδήματος ως προσαύξησης περιουσίας αποτελούν τους βασικότερους λόγους για τους οποίους η ΔΕΔ κάνει δεκτές προσφυγές.
Το 2025, οι περισσότερες προσφυγές αφορούσαν πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, πρόστιμα για εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ, έμμεσες τεχνικές ελέγχου, ζητήματα ΕΝΦΙΑ και φορολογίας ακινήτων, καθώς και πρόστιμα του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, κυρίως για παραβάσεις μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα.
Οι περισσότερες προσφυγές απορρίπτονται κυρίως όταν ο φορολογούμενος δεν προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, όταν δεν αποδεικνύεται η προέλευση χρηματικών ποσών, όταν οι ισχυρισμοί του κρίνονται αόριστοι ή νομικά αβάσιμοι ή όταν επιβεβαιώνεται η ορθότητα της ελεγκτικής μεθόδου.
Αναγκαστικά μέτρα είσπραξης
Η αποδοχή μόλις του 18% των προσφυγών από τη ΔΕΔ οδηγεί τελικά το μεγαλύτερο μέρος των καταλογισθέντων φόρων και προστίμων στη μεγάλη «δεξαμενή» των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία, η οποία με τη σειρά της εντείνει τις κατασχέσεις προκειμένου να εισπράξει, έστω και μέρος, των χρεών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2024 η αύξηση του αριθμού των οφειλετών που βρέθηκαν υπό αναγκαστικά μέτρα είσπραξης ανήλθε σε 75.076 πρόσωπα. Μεταξύ 2024 και 2025 καταγράφεται σημαντική επιτάχυνση του ρυθμού επιβολής κατασχέσεων σε βάρος οφειλετών του Δημοσίου, η οποία έφτασε σε ποσοστό 29,51%.
Είναι προφανές ότι οι φοροεισπρακτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ προχώρησαν με εντατικότερους ρυθμούς στην εφαρμογή της νομοθεσίας για τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε βάρος μεγάλου αριθμού οφειλετών του Δημοσίου.