Σε νέα φάση περνούν οι έλεγχοι της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) για τη φοροδιαφυγή στη λεγόμενη οικονομία των influencers, καθώς η φορολογική διοίκηση εντείνει την επιτήρηση της δραστηριότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αξιοποιώντας πλέον τις ίδιες τις αναρτήσεις ως αποδεικτικά στοιχεία για αδήλωτα εισοδήματα και μη δηλωμένες εμπορικές συνεργασίες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δημιουργοί περιεχομένου που δραστηριοποιούνται σε πλατφόρμες όπως το Instagram, το Facebook και το TikTok, με τις ελεγκτικές αρχές να αναζητούν περιπτώσεις στις οποίες διαφημιστικές συνεργασίες, χορηγούμενες δημοσιεύσεις ή ακόμη και ανταλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών (barter) δεν έχουν αποτυπωθεί φορολογικά.
Η ταχεία ανάπτυξη του influencer marketing έχει δημιουργήσει μια αγορά εκατομμυρίων ευρώ, στην οποία, σύμφωνα με τη φορολογική διοίκηση, σημαντικό μέρος των συναλλαγών εξακολουθεί να διαφεύγει της φορολόγησης. Για τον λόγο αυτό, η ΑΑΔΕ έχει ενεργοποιήσει εξειδικευμένες ομάδες ελέγχου που παρακολουθούν συστηματικά δημόσιο περιεχόμενο στα κοινωνικά δίκτυα, εξετάζοντας hashtags, αναφορές σε εταιρείες, tags, σχόλια χρηστών αλλά και κάθε στοιχείο που μπορεί να αποκαλύψει την ύπαρξη εμπορικής συνεργασίας.
Η απόφαση που αλλάζει τα δεδομένα
Τη νέα προσέγγιση των φορολογικών αρχών αποτυπώνει η υπ' αριθμ. 1966/2026 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία ουσιαστικά καθορίζει το πλαίσιο αντιμετώπισης αντίστοιχων υποθέσεων στο εξής.
Η υπόθεση αφορούσε influencer, της οποίας ο επαγγελματικός λογαριασμός στο Instagram αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένου φορολογικού ελέγχου.
Οι ελεγκτές εξέτασαν συνολικά 322 δημοσιεύσεις που είχαν αναρτηθεί μέσα στο 2019. Για τη μεγάλη πλειονότητα των αναρτήσεων υπήρχαν τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά. Ωστόσο, σε 54 περιπτώσεις, όπου προωθούνταν προϊόντα και υπηρεσίες επιχειρήσεων, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί κανένα φορολογικό στοιχείο.
Οι επίμαχες δημοσιεύσεις αφορούσαν συνεργασίες barter, διαγωνισμούς (giveaways) αλλά και προβολή προϊόντων ένδυσης, υπόδησης, καλλυντικών, κοσμημάτων, ηλεκτρονικών ειδών και τροφίμων, καθώς και υπηρεσιών που παρείχαν ξενοδοχεία, εστιατόρια, γυμναστήρια, κομμωτήρια και κέντρα αισθητικής.
Η ίδια υποστήριξε ότι αρκετές από τις συγκεκριμένες αναρτήσεις είχαν προσωπικό χαρακτήρα και δεν αποτελούσαν διαφημιστική δραστηριότητα. Η ΔΕΔ, όμως, έκρινε ότι το περιεχόμενό τους καταδείκνυε συστηματική εμπορική εκμετάλλευση του λογαριασμού με στόχο την οικονομική ωφέλεια και απέρριψε τους ισχυρισμούς της.
«Καμπάνα» άνω των 70.000 ευρώ
Η προσφυγή της influencer απορρίφθηκε στο σύνολό της και οι φορολογικοί καταλογισμοί παρέμειναν σε ισχύ.
Ειδικότερα, επιβλήθηκε πρόστιμο 9.780 ευρώ για τη μη έκδοση 54 φορολογικών παραστατικών, ενώ βεβαιώθηκαν φόρος εισοδήματος και συναφή πρόστιμα συνολικού ύψους 42.125,28 ευρώ. Επιπλέον, καταλογίστηκε ΦΠΑ ύψους 19.560 ευρώ, με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων να υπερβαίνει τις 70.000 ευρώ.
Το πλέον σημαντικό συμπέρασμα της απόφασης είναι ότι επιβεβαιώνει πως ακόμη και όταν δεν καταβάλλεται χρηματική αμοιβή, αλλά ο influencer λαμβάνει προϊόντα ή υπηρεσίες ως αντάλλαγμα για τη διαφημιστική προβολή τους, δημιουργείται κανονική φορολογητέα συναλλαγή, η οποία πρέπει να τιμολογείται και να δηλώνεται.
Οι αναρτήσεις μετατρέπονται σε φορολογικά στοιχεία
Η ΑΑΔΕ αξιοποιεί πλέον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως βασική πηγή ελεγκτικών δεδομένων.
Φωτογραφίες, βίντεο, hashtags, αναφορές σε εμπορικά σήματα, εκπτωτικοί κωδικοί, επαναλαμβανόμενες συνεργασίες με τις ίδιες εταιρείες ή ακόμη και η συχνότητα προβολής συγκεκριμένων προϊόντων αποτελούν στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Τα δεδομένα αυτά δεν εξετάζονται μεμονωμένα. Διασταυρώνονται με κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, συμβάσεις συνεργασίας, ηλεκτρονική αλληλογραφία και κάθε άλλο διαθέσιμο πληροφοριακό στοιχείο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν παρασχεθεί υπηρεσίες χωρίς την έκδοση των προβλεπόμενων φορολογικών παραστατικών.
Τι υποχρεούνται να δηλώνουν οι influencers
Με βάση το ισχύον φορολογικό καθεστώς, οι influencers θεωρείται ότι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, υποχρεούνται να πραγματοποιούν έναρξη εργασιών στην Εφορία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούν ως ατομικές επιχειρήσεις, ενώ όσοι εμφανίζουν υψηλότερο κύκλο εργασιών επιλέγουν συχνά τη μορφή της μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ).
Οι υποχρεώσεις τους περιλαμβάνουν την τήρηση λογιστικών βιβλίων, την έκδοση τιμολογίων ή αποδείξεων για κάθε συνεργασία, τη διαβίβαση των στοιχείων στην πλατφόρμα myDATA, την απόδοση ΦΠΑ όπου απαιτείται και την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Στο φορολογητέο εισόδημα περιλαμβάνονται όχι μόνο οι χρηματικές αμοιβές από χορηγούμενες αναρτήσεις, διαφημιστικές καμπάνιες, affiliate marketing ή έσοδα από πλατφόρμες όπως το YouTube και το TikTok, αλλά και κάθε αγαθό ή υπηρεσία που παρέχεται ως αντάλλαγμα για προβολή.
Έτσι, ένα ταξίδι, ένα κινητό τηλέφωνο, ρούχα, καλλυντικά ή οποιοδήποτε άλλο προϊόν ή υπηρεσία που παραχωρείται δωρεάν με αντάλλαγμα τη δημοσίευση σχετικού περιεχομένου θεωρείται ότι έχει οικονομική αξία και πρέπει να τιμολογείται και να δηλώνεται κανονικά.
Το μήνυμα που εκπέμπει η ΑΑΔΕ είναι σαφές: στη νέα ψηφιακή οικονομία, ακόμη και μία ανάρτηση μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία ενός φορολογικού ελέγχου, ενώ η παράλειψη δήλωσης εισοδημάτων ή παροχών σε είδος μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στην επιβολή φόρων και προσαυξήσεων, αλλά και σε ιδιαίτερα υψηλά πρόστιμα.