Τον περιορισμό της περαιτέρω εξάπλωσης των φοροαπαλλαγών ή ακόμη και την περικοπή μέρους των φορολογικών δαπανών, με στόχο την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, εισηγείται προς την κυβέρνηση το ΙΟΒΕ, επισημαίνοντας ότι οι φοροαπαλλαγές μειώνουν τα συνολικά φορολογικά έσοδα και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πιο σύνθετου και λιγότερο διαφανούς φορολογικού πλαισίου.
Σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας έκθεσής του για την ελληνική οικονομία, το ΙΟΒΕ αναλύει την εξέλιξη των φορολογικών απαλλαγών την τελευταία δεκαετία, σημειώνοντας ότι, παρότι αποτελούν εργαλείο στοχευμένης άσκησης φορολογικής πολιτικής, ταυτόχρονα επιβαρύνουν την πολυπλοκότητα του συστήματος και ενδέχεται να περιορίζουν τη διαφάνειά του.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της μελέτης, η πορεία των φοροαπαλλαγών είναι διαχρονικά ανοδική. Το 2014 ανέρχονταν σε 3,042 δισ. ευρώ, για να αυξηθούν στα 7,716 δισ. ευρώ το 2017. Το 2020, έτος εκδήλωσης της πανδημίας, αποτελεί τη μοναδική χρονιά κατά την οποία καταγράφεται μείωση. Από το 2021 και μετά, η ανοδική τάση επανήλθε, με τις φοροαπαλλαγές να φτάνουν το 2024 στα 22,881 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των φοροαπαλλαγών καταγράφεται ταχύτερη σε σχέση με την άνοδο των φορολογικών εσόδων. Ενδεικτικά, το ποσοστό των φοροαπαλλαγών επί των συνολικών φορολογικών εσόδων διαμορφωνόταν στο 6,6% το 2014, έτος για το οποίο υπάρχουν τα παλαιότερα διαθέσιμα στοιχεία. Ακολούθησε ήπια αύξηση έως το 2016, ενώ το 2017 σημειώθηκε απότομη άνοδος στο 15,7%. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε μέχρι το 2021, όταν οι φοροαπαλλαγές αντιστοιχούσαν πλέον στο 26,6% των συνολικών φορολογικών εσόδων.
Η σημαντική αύξηση που καταγράφηκε το 2021 αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, καθώς και στην αύξηση του αφορολόγητου ορίου για δωρεές και γονικές παροχές στις 800.000 ευρώ. Η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών οδήγησε σε υψηλότερες αποτιμήσεις ακινήτων που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων (ΕΦΑ). Το 2022 παρατηρήθηκε μικρή υποχώρηση, ωστόσο από το 2023 η ανοδική τάση επανήλθε.
Το 2024, που αποτελεί το πιο πρόσφατο έτος με διαθέσιμα δεδομένα, η αξία των φοροαπαλλαγών ανήλθε στο 34,2% των συνολικών φορολογικών εσόδων, ποσοστό αισθητά υψηλότερο σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 21,4% που καταγράφηκε το 2023 σε 18 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κατανομή των φοροαπαλλαγών για το φορολογικό έτος 2024 δείχνει ότι το μεγαλύτερο μερίδιο, 39,6%, αφορά τη φορολογία κεφαλαίου, με τον ειδικό φόρο επί ακινήτων (ΕΦΑ) και τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων να συγκεντρώνουν το υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος. Ακολουθεί η φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων με ποσοστό 25,4%, όπου το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τα έσοδα απαλλασσόμενων νομικών προσώπων που συνδέονται με επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και από τα έσοδα μερισμάτων ή κερδών από συμμετοχές σε νομικά πρόσωπα.
Στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων κατευθύνεται το 21,6% των φοροαπαλλαγών, με τη μείωση φόρου για εισοδήματα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και ατομική αγροτική δραστηριότητα να αποτελεί την υποκατηγορία με το μεγαλύτερο κόστος. Σημαντικά μικρότερα ποσοστά καταγράφονται σε άλλες κατηγορίες, όπως οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης (4,5%), ο φόρος προστιθέμενης αξίας (4,4%) και ο φόρος ασφαλίστρων (2,7%).
Το ζήτημα έχει επισημανθεί και από την Τράπεζα της Ελλάδος, με το ΙΟΒΕ να υπογραμμίζει ότι, καθώς η Ελλάδα υστερεί σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στην είσπραξη εσόδων από τον ΦΠΑ —τόσο λόγω ελλιπούς συμμόρφωσης όσο και λόγω των εξαιρέσεων που περιορίζουν τα πραγματικά σε σχέση με τα δυνητικά έσοδα— κρίνεται αναγκαίος ο περιορισμός της εξάπλωσης ή η μείωση του όγκου των φοροαπαλλαγών, στο πλαίσιο ενός πιο απλού και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος.