Η Ελλάδα διατηρεί την πρώτη θέση στον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη, ελέγχοντας το 20% του παγκόσμιου στόλου και το 60% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η κυριαρχία, που συνδυάζεται με τη μακρά και ένδοξη ναυτική παράδοση της χώρας, επιτρέπει στην Ελλάδα να έχει ενεργό ρόλο στην παγκόσμια ναυτιλία, επηρεάζοντας τις εξελίξεις στον κλάδο και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ευημερία της πατρίδας.
Αυτό δήλωσε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στην «London International Shipping Week». Ο κ. Κικίλιας ανέφερε χαρακτηριστικά πως η ελληνική ναυτιλία, με τους Έλληνες πλοιοκτήτες και τη ναυτιλιακή κοινότητα να απολαμβάνουν παγκόσμιο σεβασμό, αποτελεί έναν σημαντικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και ότι η κυβέρνηση εργάζεται συνεχώς για την ενίσχυση του κλάδου.
Στην ομιλία του, ο υπουργός τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναδείξει τα πλεονεκτήματά της απέναντι στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, προκειμένου η ευρωπαϊκή ναυτιλία να διατηρήσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο περιθώριο της εκδήλωσης, ο Βασίλης Κικίλιας είχε συνάντηση με τον νέο υπουργό Μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου, Keir Mather, αρμόδιο για θέματα ναυτιλίας. Στη συζήτηση, που πραγματοποιήθηκε σε θερμό κλίμα, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ανάγκη ενίσχυσης των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενδυνάμωση της συνεργασίας στους τομείς της ναυτιλίας και των θαλάσσιων μεταφορών. Ο κ. Κικίλιας υπογράμμισε τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει η ελληνική ναυτιλία στο Λονδίνο, το οποίο παραμένει ένα παγκόσμιο κέντρο ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, και τονίζοντας την εξαιρετική σημασία των διαχρονικών δεσμών μεταξύ των δύο χωρών.
Παρά το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι παραδοσιακές ναυτιλιακές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας παραμένουν ισχυρές και συνεχίζουν να αποτελούν βάση για μια δυναμική και ωφέλιμη συνεργασία, η οποία προσφέρει θετικές προοπτικές για τις οικονομίες και των δύο χωρών.