Είναι η έσχατη «νομιμοποιημένη αμαρτία» της προ-πασχαλινής περιόδου. Η μέρα κατά την οποία μυθολογία και θρησκεία συναινούν σε ένα πανηγυρικό συναπάντημα αισθήσεων. Όρασης, γεύσης, όσφρησης, προπάντων όσφρησης. Η μέρα στην οποία ενδίδει ακόμα κι αυτή η ετυμολογικά απαγορευτική τού κρέατος Αποκριά (Από-κρεω=η από του κρέατος αποχή). Η τσικνοπέμπτη είναι το «μαύρο πρόβατο» της Αποκριάς σε Ελλάδα, Κύπρο και όπου στον κόσμο υπάρχει ορθόδοξος πληθυσμός.
Ως ημέρα γαστριμαργικής και ψυχαγωγικής «απελευθέρωσης» είναι ενταγμένη στη μακρά προ-πασχαλινή περίοδο. Ωστόσο, δεν προβλέπεται στο θεσμοθετημένο λειτουργικό καταστατικό της εκκλησίας και με βάση τις διατροφικές συνήθειες κάθε τόπου, στο επίκεντρό της δεν βρίσκεται απαραιτήτως το κρέας. Για παράδειγμα, στη Γερμανία, η «Schmutziger Donnerstag» (βρόμικη, χοντρή, λιπαρή ή λαδωμένη Πέμπτη) δεν αφορά την κατανάλωση κρέατος, αλλά τηγανητών φαγητών.
Στην πραγματικότητα, από την καθιέρωσή της ακόμα η μέρα αυτή έχει καθαρά διατροφικό λόγο ύπαρξης μέσα σε μία θρησκευτική παράδοση, που προβλέπει μακρά περίοδο νηστείας. Είναι τοποθετημένη ανάμεσα σε δύο μέρες αυστηρής νηστείας και τουλάχιστον στους ορθοδόξους επιτρέπει κρεατοφαγία με όλες τις τιμές. Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα, είτε εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας είτε εθιμικά, ήταν συνδεδεμένη με ημέρες γιορτής ή αργίας. Για παράδειγμα, το κυριακάτικο τραπέζι δεν νοείτο ως διαφορετικό των υπόλοιπων ημερών αν δεν περιελάμβανε κρέας. Ο εορτασμός, ωστόσο, της κρεατινής, της δεύτερης εβδομάδας της Αποκριάς, επέβαλλε κορύφωση κρεοφαγίας την Πέμπτη, ανάμεσα στην Τετάρτη και την Παρασκευή της νηστείας, καθώς ακολουθούσε μία εβδομάδα κατανάλωσης μόνο ψαριών και ζωικών προϊόντων, γαλακτοκομικών ή αβγών για να μπει εντέλει η περίοδος της Σαρακοστής (με έναρξη μία... Δευτέρα), κατά την οποία η αποχή από το κρέας ήταν δεδομένη. Οι πιστοί θα έβλεπαν κρέας στο πιάτο τους μετά την Ανάσταση του Κυρίου.
ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ... ΚΑΘΑΡΙΣΕΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΣΙΚΝΙΣΤΕΙ...
Ωστόσο, η ακριβής αναφορά της Πέμπτης ως «τσικνοπέμπτης» αναζητείται στο βάθος του χρόνου. Στο χρονικό της Αθήνας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο ιστορικός Καμπούρογλου μνημονεύει μόνον τον «εορτασμό των Κουλούμων» (Καθαρά Δευτέρα), που γινόταν στον χώρο των στύλων του Ολυμπίου Διός και των Ρουσαλίων της τρίτης μέρας του Πάσχα (μεταγενέστερα το έθιμο εμφανίζεται τη δεύτερη μέρα), αποκαλύπτοντας μάλιστα τη σχετική δυσφορία της Εκκλησίας. «Αι πανηγύρεις αύται αι μηδέν μετά των θρησκευτικών παραδόσεων κοινόν έχουσαι, θα ηδύνατο ίσως να χαρακτηρισθώσι και ως εθνικαί, άτε αρχαιοτάτην έχουσαι την πηγήν αυτών, τακτικώς δε και μετά πείσμονος εμμονής εορταζόμεναι, παρά τας περί του εναντίου μάλιστα (κυρίως κατά των Κουλούμων) ενεργείας της Εκκλησίας» καταθέτει.
Αυτές οι συνήθεις «πανηγύρεις» θεωρούνται παγανιστικά κατάλοιπα και εξορίζονται από την εκκλησία. Πολλώ μάλλον τα Ρουσάλια, των οποίων η ρίζα τοποθετείται στη ρωμαϊκή γιορτή των ρόδων, οπότε λατρεία των νεκρών και ανθοφορία της άνοιξης απολαμβάνουν έναν ταυτόχρονο παθιασμένο, ξέφρενο εορτασμό.
Η αλήθεια είναι ότι οι ρίζες του καρναβαλιού με το οποίο συνδυάσθηκε η περίοδος της Απόκρεω βρίσκονται στη χειμαρρώδη ζωή του έκλυτου Διονύσου, που στα αχαλίνωτα γλέντια του απεικονίζεται συχνά με προσωπείο για να κρύψει τον εαυτό του και τον κάθε ξένο που έχει αναγκαστεί να ενσωματώσει. Είναι, βλέπεις, ένας θεός, γιος του Δία και της κοινής θνητής Σεμέλης, κυνηγημένος από το μένος της Ήρας, μεγαλωμένος από τις Νύμφες, τις ξέγνοιαστες κόρες του δάσους, και ταξιδεμένος απ΄ άκρου σ΄ άκρο της γης, που πουθενά δεν καταφέρνει να στεριώσει και που παντού γίνεται δεκτός ως ξένος. Ένας θεός σε διαρκή έκσταση που απαλείφει σύνορα, εγκολπώνεται, ενσαρκώνει τα αντίθετα και θολώνει τις κατηγορίες, άνθρωπος ή ζώο, άνδρας ή γυναίκα, ζωντανός ή νεκρός. Πότε ημίγυμνος και πότε ντυμένος γυναίκα, εμφανίζεται στεφανωμένος με φύλλα αμπέλου, της οποίας άλλωστε τους καρπούς χάρισε στους ανθρώπους, παρασέρνοντάς τους σε πελάγη μέθης και ευφορίας. Ένας θεός μεταμορφώσεων και μασκαρεμάτων, που φέρνουν μαζί τη χαρά, την ανησυχία και την αναστάτωση, γιατί και οι γιορτές, που οργανώνονται για χάρη του (Ανθεστήρια, Μεγάλα Διονύσια) γίνονται στο κατώφλι της Άνοιξης, τότε που η φύση βγάζει τη βαριά χειμωνιάτικη φορεσιά της και αλλάζει διάθεση.
Πώς, λοιπόν, να μην αντιδρά η εκκλησία σε έναν τέτοιο θεό, που βγάζει τον άνθρωπο από την πνευματική γαλήνη και τον ωθεί σε πράξεις έκλυτες και ακόλαστες...
Η δυσφορία του κλήρου θα συνεχιστεί έως ότου ο ταυτόχρονος εορτασμός Τριωδίου (πήρε το όνομά του από το θρησκευτικό λειτουργικό με τους ύμνους τριών ωδών) και καρναβαλιού καθιερώνεται εντέλει ως ιστορικός «συμβιβασμός», ως «συμφιλίωση» ανάμεσα στη χριστιανική παράδοση και τα αρχαία έθιμα, που επέρχεται όταν πλέον η Εκκλησία αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εξαλείψει τις βαθιά ριζωμένες λαϊκές γιορτές.
Ως εκ τούτου, Τσικνοπέμπτη και Καθαρά Δευτέρα είναι προφανώς έθιμα που δεν «γέννησε» η θρησκεία, αλλά η παράδοση, αμιγώς εκ της διατροφικής ανάγκης του ανθρώπου. Άλλωστε, και στην ... εποχή του Διονύσου, εκείνες οι μέρες της γιορτής προς τιμήν του θεού της αμπέλου είχαν ξεκάθαρο κι έναν ακόμη στόχο: τη συμμετοχή όλων, γυναικόπαιδων και δούλων, που ήταν αποκλεισμένοι από άλλους εορτασμούς. Ήταν μία ευκαιρία για όλους. Να φάνε, να πιούνε, να χορέψουν.
Καθώς, λοιπόν, προϊόντος του χρόνου οι «μετά πείσμονος εμμονής εορταζόμεναι» πανηγύρεις κάμπτουν τις αντιδράσεις της Εκκλησίας, η οποία έχει εδραιώσει την ύπαρξή της και δεν απειλείται πλέον από το φάντασμα του παγανισμού, τα Κούλουμα εντάσσονται με τις... ευλογίες της στη ζωή της ανθρώπινης αλυσίδας και μνημονεύονται σε λαογραφικά κείμενα του παρελθόντος (ως γνωστόν, άλλωστε, η διατροφική νηστεία δεν αποτελεί μόνον θρησκευτικό καθήκον, αλλά και αφορμή αποτοξίνωσης του οργανισμού). Ο δε καθιερωμένος πλέον εορτασμός τους στους στύλους του Ολύμπιου Δία αποτυπώνεται και σε λογοτεχνικές μαρτυρίες της εποχής. «... Και την Καθαρή Δευτέρα γενικό πέρασμα των μασκαράδων, με τις προσωπίδες φορεμένες πίσω από το κεφάλι, σαν υπακοή στο τραγούδι, το πρόσταγμα της μέρας, που το αντιλαλούσαν πίπιζες και νταούλια: Μασκαράδες και πολίται, στις Κολόνες να βρεθήτε» γράφει στα «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», ο Γεώργιος Δροσίνης.
Ιδιαίτερη αναφορά στα Κούλουμα κάνει στα μέσα του 19ου αι. και η βασίλισσα Αμαλία στις ανέκδοτες επιστολές προς τον πατέρα της, Αύγουστο, δούκα του Όλντενμπουργκ, σχεδόν κάθε χρόνο της παραμονής της στην Αθήνα. Ειδικά τα πρώτα χρόνια της θητείας του Όθωνα η Αμαλία συνηθίζει να περιγράφει τακτικότατα και λεπτομερώς τις μέρες της, ιδίως ό,τι αφορά τις συνήθειες των ντόπιων. Μιλάει για την καθιερωμένη γιορτή στους στύλους -την οποία δεν κατονομάζει ως Καθαρά Δευτέρα- και ουδέποτε αναφέρεται σε κρεοφαγία Πέμπτης. «Αυτές τις τελευταίες μέρες, που ήταν και οι τελευταίες του καρναβαλιού, οι Αθηναίοι κυκλοφορούσαν έξω και απολάμβαναν τον ωραίο καιρό. Χτες είχε πολύ κόσμο, χιλιάδες πηγαινοέρχονταν, έβλεπε κανείς μεταμφιεσμένους ακόμη και ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους. Αργότερα διασχίσαμε έφιπποι την πόλη και είδαμε κι άλλους μασκαράδες. Οι πάντες ήταν χαρούμενοι και εύθυμοι. Σήμερα είναι η γιορτή στους στύλους του Ολυμπίου Διός» αναφέρει σε επιστολή της τής 26ης Φεβρουαρίου 1845 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Σε μία αντίστοιχη επιστολή, γραμμένη στις 13 Φεβρουαρίου του 1841, η Αμαλία ομολογεί ότι αυτή η γιορτή τη χαροποιεί ιδιαίτερα: «Τη Δευτέρα ήταν η γιορτή στον ναό του Ολυμπίου Διός, που κάθε χρόνο μου δίνει χαρά. Ήταν πολύ όμορφα και ευχαριστήθηκα πολύ, επειδή έχει κάτι το ιδιαίτερο, αλλά κι επειδή ο κόσμος φέρθηκε πολύ φιλικά» γράφει.
Το 1902, σε μία περιγραφική μνεία ο ιστοριοδίφης Θ. Φιλαδελφεύς σημειώνει: «Ως επίλογος δ΄ ετελείτο και τελείται μέχρι σήμερον και η εορτή των Κουλούμων κατά την πρώτην Δευτέραν της μεγάλης Τεσσαρακοστής, την λεγομένην Καθαράν Δευτέραν. Εκείνην την ημέραν εκ των καταστολίστων παντοπωλείων (μπακάλικα) ηγόραζον αι οικογένειαι τα σαρακοστιανά και εγεύοντο αυτών εν ευθυμία εν υπαιθρείοις πανδαισίαις επί των λόφων των περί το Ολυμπείον».
Αιώνας 19ος και τα Κούλουμα έχουν «υιοθετηθεί» ως γιορτή. Μνημονεύονται στις γραπτές μαρτυρίες της εποχής ακόμα και από το σύνολο των ξένων περιηγητών στην Ελλάδα της μετεπαναστατικής περιόδου. Αλλά η «τσικνοπέμπτη»... πουθενά. Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο μισό του αιώνα και ακόμα αναζητείται. Ίσως επειδή το κρέας δεν είναι απαραιτήτως ενταγμένο στο ελληνικό τραπέζι, ίσως πάλι επειδή γενικώς η προπασχαλινή περίοδος αυτή την εποχή δεν είναι επικεντρωμένη σε διατροφικές επιταγές.
«ΟΜΩΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΘΑ ΦΑΩ ΚΡΕΑΣ!»
Βέβαια, ο Γάλλος περιηγητής της Ελλάδας του 1852, Εντμόντ Αμπού, ένας λόγιος της Δύσης, που καταγράφει τις συνήθειες των ντόπιων από τα «ψηλά πατώματα» της αριστοκρατικής τάξης, παρατηρεί πως ο Έλληνας δεν τρώει τακτικά κρέας, αλλά αν του το στερήσουν, εκρήγνυται το θυμικό του...
«Η Σαρακοστή των Ελλήνων είναι ό,τι καλύτερο για να χαλάσει τη διάθεσή τους» γράφει. «Όχι μόνον απέχουν από το κρέας αλλά και από το βούτυρο, τα αυγά, τη ζάχαρη και συχνά και το ψάρι. Τρώνε μονάχα ψωμί, αυγοτάραχο και χόρτα με λίγο λάδι. Τα πνεύματα παίρνουν φωτιά και όλα τα πάθη, πολιτικά και θρησκευτικά, είναι εν βρασμώ. Θα πρέπει να πιστέψει κανείς ότι ο λόγος που οι Έλληνες υποβάλλονται σε μία δίαιτα (νηστεία) τόσο αυστηρή, δεν είναι επειδή τους αρέσει να τρώνε μουχλιασμένες ελιές, αλλά επειδή θέλουν να κερδίσουν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλά κάλλιστα μπορεί να στοιχηματίσει κανείς ότι η Σαρακοστή στέλνει περισσότερους στην κόλαση παρά στον παράδεισο... Δεν είδα ποτέ Έλληνα να τρώει τις ελιές του χωρίς να λέει: “το Πάσχα, όμως, θα φάω κρέας!”».
Έτσι κι αλλιώς, το φαγητό για τους πολλούς είναι λιγοστό και οι πολλοί δεν χρειάζονται αιτίες για να κάνουν την ημέρα ιδιαίτερη. Η αφορμή της έναρξης της Σαρακοστής αρκεί και η ιδιαιτερότητά της δεν συνίσταται σε γαστριμαργικές κραιπάλες. Γι αυτό και επί του παρόντος λείπει από τη ζωή τους η Πέμπτη, που θα τσικνίσουν. Αυτή η Πέμπτη είναι μάλλον δημιούργημα των αρχών του 20ου αι.
Σε κείμενα του 20ου αι. γίνονται οι πρώτες εμφανίσεις κρεατινής Πέμπτης ως «τσικνοπέμπτης», που φανερώνει ιδιαίτερη... ροπή σε κατανάλωση κρέατος, και μάλιστα τσικνισμένου, γιατί το θέμα δεν είναι μόνον η κρεοφαγία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα ετοιμαστεί το προς βρώσιν προϊόν. Δεν αρκεί το ψήσιμο σε έναν φούρνο, ούτε βέβαια το βράσιμο. Το θέμα είναι να παραχθεί άφθονη τσίκνα, μυρωδιά από το λίπος που καίγεται, διότι με την συμμετοχή και της όσφρησης γίνεται ουσιαστικότερη και εντονότερη η διακοπή της διατροφικής αποστέρησης και η πανηγυρική κατανάλωση του «απαγορευμένου» είδους.
Η τσίκνα που στο εξής θα συνοδεύει την Πέμπτη της κρεατινής εβδομάδας, πρέπει να διαχέεται στην ατμόσφαιρα διατρανώνοντας την εορταστική φύση της και «νομιμοποιώντας» την αχαλίνωτη οινοποσία, που συνήθως συνοδεύει μία κρεοφαγική κραιπάλη. Μία κάπως σύνθετη ερμηνεία για την ημέρα -όπως άλλωστε για όλες τις ημέρες, που παραδοσιακά προβλέπουν κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών- δίνει ο μελετητής της αρχαιολογίας των σωματικών αισθήσεων, καθηγητής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, Γ. Χαμηλάκης: η τσικνοπέμπτη αποτελεί μία ακόμη «αισθητηριακή γνώση του ομοσιτισμού, που φέρνει στο προσκήνιο το συλλογικό τοπίο. Είναι ένας πολιτισμικά επεξεργασμένος τρόπος για να προσηλωθεί κανείς με το σώμα του σε περιβάλλον, που περιλαμβάνει την ενσώματη παρουσία και άλλων».
Στην Πλάκα, πάντως, που έχει συνδέσει την παρουσία της με εύθυμες καρναβαλικές εκδηλώσεις και διασκέδαση μέχρι πρωίας, τις τσικνοπέμπτες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. μονοπωλούν τα ταβερνάκια, όπου συχνάζουν και οι διανοούμενοι της εποχής. Στον Πλάτανο της οδού Διογένους ο Ξενόπουλος, ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Παπαντωνίου απολαμβάνουν τσικνισμένες νοστιμιές με τη συνοδεία ρετσίνας και λίγο παραπέρα, στο «Μεθυσμένο καράβι» της οδού Αφροδίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης με τη συντροφιά του σιγοτραγουδούν υπό την μελωδία της κιθάρας που παίζει ο ίδιος ο λογοτέχνης. Όταν η κατάνυξη τερματίζεται, παίρνουν τα σοκάκια «τραγουδώντας και απαγγέλοντας», μαρτυρεί η συγγραφέας Λητώ Κατακουζηνού στο «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου».
Οι ταβερνιάρηδες πλέον παίρνουν... γραμμή για πιένες τις τσικνοπέμπτες και φροντίζουν να διακοσμούν αναλόγως τον χώρο, που θα υποδεχθεί την πελατεία τους. Με τη συνδρομή των προσφύγων από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου, η κατάνυξη τσικνοπέμπτης θα εμπλουτιστεί σε εδέσματα και ακούσματα. Για τους Μικρασιάτες γλέντι χωρίς φαγοπότι και μουσική είναι μη γλέντι. Σε λίγο αυτό θα ισχύει και για το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού...
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, της Τόνιας Μανιατέα