Σε μια περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση γύρω από τη λογοδοσία των πολιτικών προσώπων και την ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης βρίσκεται σταθερά στο προσκήνιο, η κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει νέο κύκλο παρεμβάσεων στη λειτουργία της ποινικής διαδικασίας για υποθέσεις που αφορούν βουλευτές. Η νέα τροπολογία του υπουργείου Δικαιοσύνης, που κατατέθηκε στη Βουλή, προβλέπει την επιτάχυνση όλων των σταδίων της ποινικής διερεύνησης και εκδίκασης υποθέσεων πολιτικών προσώπων, με κυβερνητικές πηγές να υποστηρίζουν ότι στόχος είναι η ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης χωρίς καμία παρέκκλιση από τις αρχές της δίκαιης δίκης.
Η ρύθμιση εντάχθηκε στο νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου, το οποίο εισάγεται προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής, και έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία οι διαδικασίες διερεύνησης υποθέσεων πολιτικών προσώπων βρίσκονται στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κυβερνητικά στελέχη, επιχειρώντας να απαντήσουν στις πρώτες επικρίσεις που διατυπώθηκαν, ξεκαθαρίζουν ότι η διάταξη «δεν αλλάζει στο παραμικρό» τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Όπως επισημαίνουν, ο ειδικός εφέτης ανακριτής που θα ορίζεται από την Ολομέλεια του Συμβουλίου Εφετών θα διαθέτει τις αρμοδιότητες που ήδη προβλέπει η υφιστάμενη νομοθεσία για τον ανακριτή, χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, οι οποίες — όπως τονίζεται — είναι διαφορετικές και παραμένουν απολύτως ανέπαφες.
Παράλληλα, από κυβερνητικής πλευράς υπενθυμίζεται ότι συγκεκριμένα και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα για πολιτικά και κρατικά πρόσωπα ίσχυαν μέχρι το 2019, όταν — σύμφωνα με την κυβέρνηση — καταργήθηκαν με τον Ποινικό Κώδικα της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ. Οι ίδιες πηγές επιμένουν ότι η επαναφορά αυστηρών προθεσμιών αποσκοπεί αποκλειστικά στην ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων με έντονο πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα, χωρίς καμία έκπτωση στις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης.
Η κυβέρνηση διευκρινίζει ακόμη ότι η νέα διάταξη αφορά το σύνολο των αδικημάτων που αποδίδονται σε βουλευτές μετά την άρση της ασυλίας τους, ανεξάρτητα από το αν εφαρμόζονται αποκλειστικά οι εθνικές διατάξεις ή το ευρωπαϊκό πλαίσιο που συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, η παρέμβαση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα των μεγάλων καθυστερήσεων στην ποινική διερεύνηση υποθέσεων πολιτικών προσώπων — καθυστερήσεις που, όπως σημειώνεται, μπορούν να δημιουργούν μακροχρόνια ποινική εκκρεμότητα και να επηρεάζουν όχι μόνο την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων αλλά και συνολικά την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.
Με τη νέα ρύθμιση προστίθεται το άρθρο 32Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο θεσπίζει ειδικό πλαίσιο για την ανάκριση και την εκδίκαση αξιοποίνων πράξεων βουλευτών.
Για τις υποθέσεις πλημμελημάτων προβλέπεται άμεση εισαγωγή της υπόθεσης στο αρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με υποχρεωτικό προσδιορισμό δίκης εντός τριών μηνών από την εισαγωγή της. Παράλληλα, τίθενται αυστηρά χρονικά όρια για τυχόν διακοπές ή αναβολές της δίκης, οι οποίες δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν τις δεκαπέντε ημέρες και τους δύο μήνες αντίστοιχα.
Για τις κακουργηματικές πράξεις, η τροπολογία προβλέπει ότι η ανάκριση θα διεξάγεται υποχρεωτικά από ειδικό εφέτη ανακριτή, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, ενώ οι σχετικές προθεσμίες περιορίζονται στο ήμισυ εκείνων που ισχύουν σήμερα. Η περάτωση της ανάκρισης θα αποφασίζεται από το Συμβούλιο Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, εκτός από τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται διαφορετική διαδικασία από το άρθρο 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Και σε αυτές τις υποθέσεις, η εισαγωγή στο ακροατήριο θα γίνεται κατά απόλυτη προτεραιότητα μέσα σε τρεις μήνες από την παραπομπή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη ρύθμιση που προβλέπει κοινή παραπομπή και εκδίκαση όλων των συμμέτοχων — είτε πρόκειται για βουλευτές είτε όχι — με την ίδια διαδικασία. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η πρόβλεψη αυτή επιχειρεί να αποτρέψει τον κατακερματισμό της ποινικής διαδικασίας και τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών ή ασύμβατων δικαστικών αποφάσεων για την ίδια υπόθεση.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ενιαία εξέταση των υποθέσεων εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους: την πληρέστερη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών, την αποφυγή διαφορετικών δικονομικών χειρισμών μεταξύ συγκατηγορουμένων, την επιτάχυνση της διαδικασίας και την οικονομία της δίκης, αλλά και τη διασφάλιση μιας ενιαίας αξιολόγησης της συμμετοχής κάθε κατηγορουμένου, με τελικό ζητούμενο — όπως αναφέρεται — την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.
Η συζήτηση για τη νέα ρύθμιση αναμένεται να αποκτήσει έντονο πολιτικό ενδιαφέρον στη Βουλή, καθώς η αντιπολίτευση ήδη προαναγγέλλει σκληρή κριτική τόσο για τη χρονική συγκυρία της παρέμβασης όσο και για τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει στην ισορροπία μεταξύ ταχείας απονομής Δικαιοσύνης και πλήρους διασφάλισης των δικονομικών εγγυήσεων.