Η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα δύο χρόνια, αν και με σαφώς πιο ήπια δυναμική σε σχέση με την προηγούμενη τριετία, σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις του διεθνούς οίκου αξιολόγησης Fitch Ratings. Ο οίκος εκτιμά ότι το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί κατά 1,7% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός θα κινηθεί στο 3,1%, με την εικόνα να βελτιώνεται ελαφρώς το 2027, όταν η ανάπτυξη αναμένεται να επιταχυνθεί στο 1,9% και ο πληθωρισμός να αποκλιμακωθεί στο 2,4%.
Η επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2026 έρχεται μετά από μια περίοδο ιδιαίτερα ισχυρών επιδόσεων για την ελληνική οικονομία την τριετία 2023-2025, όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης ξεπερνούσαν το 2%. Σύμφωνα με τη Fitch, βασικός παράγοντας που επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα είναι οι συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι οποίες επηρεάζουν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον και εντείνουν την αβεβαιότητα.
Παρά τις εξωτερικές πιέσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται από την τελευταία φάση αξιοποίησης των επενδυτικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του γνωστού Next Generation EU, που συνεχίζει να τροφοδοτεί επενδύσεις και αναπτυξιακά έργα.
Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει σταδιακά να συγκλίνει εισοδηματικά με τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης, με δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%.
Κύριος μοχλός της ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνει η εγχώρια ζήτηση, καθώς η Fitch προβλέπει περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, σταδιακή βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών και συνεχιζόμενη άνοδο της απασχόλησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο οίκος και στη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα άνω του 1% του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025. Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των διαρθρωτικών εσόδων μέσω της βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά και στον αυστηρό έλεγχο των κρατικών δαπανών.
Για το 2026 η Fitch προβλέπει δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ και για το 2027 πλεόνασμα 0,7%, ακόμη και παρά τη σταδιακή χαλάρωση ορισμένων μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, όπως οι παρεμβάσεις στήριξης για το ενεργειακό κόστος.
Ο οίκος θεωρεί αξιόπιστη τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης στη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνοντας ότι η προσήλωση αυτή έχει αποδειχθεί έμπρακτα στη μεταπανδημική περίοδο και ενισχύεται από μια ευρύτερη κοινωνική συναίνεση υπέρ συνετών δημοσιονομικών πολιτικών.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθυμίζει ότι τον Ιούλιο του 2025 η Βουλή ενέκρινε με ευρεία πλειοψηφία νέο εθνικό δημοσιονομικό κανόνα, ο οποίος προβλέπει τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια.
Θετική παραμένει, σύμφωνα με τη Fitch, και η πορεία του δημόσιου χρέους. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στην περίοδο 2024-2025, υποχωρώντας στο 146% του ΑΕΠ, εξέλιξη που αποδίδεται τόσο στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη όσο και στη διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να παραμένει περίπου δυόμισι φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών που διαθέτουν αξιολόγηση κατηγορίας BBB.
Ωστόσο, η Fitch εκτιμά ότι η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με το δημόσιο χρέος να προσεγγίζει το 120% του ΑΕΠ έως το 2030, χάρη στη συνέχιση της ανάπτυξης και τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Παράλληλα, ο οίκος υπογραμμίζει ότι τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, γεγονός που επιτρέπει στην Ελλάδα τόσο να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων όσο και να καλύπτει με άνεση τις χρηματοδοτικές ανάγκες των επόμενων τριών ετών.
Σημαντικό προβληματισμό προκαλεί, ωστόσο, η πορεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καθώς το σχετικό έλλειμμα εξακολουθεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα.
Παρότι το έλλειμμα περιορίστηκε μέσα στο 2025, η Fitch εκτιμά ότι οι αυξημένες τιμές ενέργειας θα οδηγήσουν εκ νέου σε διεύρυνσή του κατά το τρέχον έτος.
Από το 2023 και μετά, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών κινείται κατά μέσο όρο κοντά στο 6% του ΑΕΠ — επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση BBB.
Ο οίκος θεωρεί ότι η χαμηλή εγχώρια αποταμίευση αποτελεί βασική διαρθρωτική αιτία του προβλήματος, ενώ προειδοποιεί ότι οι επενδύσεις με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ενδέχεται να εντείνουν περαιτέρω τις πιέσεις τα επόμενα χρόνια.
Παρά τα προβλήματα αυτά, η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας σταθερότητας, περιορίζοντας τους εξωτερικούς χρηματοδοτικούς κινδύνους.
Θετική είναι και η αποτίμηση της Fitch για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ο οίκος υπενθυμίζει ότι το 2025 προχώρησε στην αναβάθμιση των συστημικών ελληνικών τραπεζών σε επενδυτική βαθμίδα, επικαλούμενος τη βελτίωση τόσο του οικονομικού περιβάλλοντος όσο και των πιστωτικών τους προφίλ.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, πιο σταθερή χρηματοδότηση μέσω καταθέσεων και έχουν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρώσει την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων τους, αφήνοντας πίσω τους ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων της προηγούμενης δεκαετίας.