Με συγκεκριμένες δεσμεύσεις προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού εγκρίθηκε η εξαγορά της ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός από τη Διαμαντής Μασούτης, σε μια συναλλαγή που αναδιαμορφώνει τον χάρτη του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα. Η ομόφωνη απόφαση 911/2026 της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που ελήφθη στις 15 Μαΐου, έδωσε το πράσινο φως για την απόκτηση αποκλειστικού ελέγχου της Κρητικός από τη Μασούτης, «κατόπιν ανάληψης δεσμεύσεων από την εξαγοράζουσα ΜΑΣΟΥΤΗΣ, οι οποίες περιλαμβάνουν την εκποίηση καταστημάτων και τη διακοπή χρήσης σημάτων σε διάφορα καταστήματα στην ελληνική επικράτεια».
Η ανάλυση της αγοράς
Η έγκριση δεν ήταν τυπική διαδικασία. Η Επιτροπή προχώρησε σε εκτενή ανάλυση της αγοράς λιανικής και χονδρικής πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ, εξετάζοντας τόσο την αγορά διανομής όσο και την αγορά εφοδιασμού. Για την αποτύπωση των πραγματικών συνθηκών ανταγωνισμού, η Υπηρεσία πραγματοποίησε «ψηφιακή χαρτογράφηση της αγοράς των σούπερ μάρκετ σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια».
Η γεωγραφική αγορά ορίστηκε σε καθαρά λειτουργική βάση: ακτίνα έως 10 λεπτών με αυτοκίνητο από κάθε κατάστημα-στόχο στις δημοτικές ενότητες με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων και έως 30 λεπτών στις περιοχές κάτω από αυτό το όριο. Με αυτή τη μεθοδολογία εξετάστηκαν οι τοπικές αγορές του 2025.
Οι επικαλύψεις σε συγκεκριμένες περιοχές
Τα ευρήματα εξηγούν γιατί η υπόθεση πέρασε από αυστηρό έλεγχο. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρχαν «οριζόντιες επικαλύψεις μεταξύ των μερών στις 54 από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες της ελληνικής επικράτειας». Από τις 586 τοπικές αγορές όπου οι δύο αλυσίδες είχαν κοινή παρουσία, στις 60 το αθροιστικό μερίδιο της νέας εταιρικής οντότητας θα ξεπερνούσε το 50%.
Από αυτές, στις 23 περιπτώσεις η Επιτροπή έκρινε ότι «ενισχύεται η δεσπόζουσα θέση που ήδη κατείχε ένα εκ των δυο μερών της συγκέντρωσης», ενώ η αύξηση του αθροιστικού μεριδίου μετά το deal κυμαινόταν από [5-15]% έως [45-55]%. Στις υπόλοιπες 37 αγορές, το πρόβλημα ήταν διαφορετικό: «το πρώτον, μετά την ολοκλήρωσή της, η συγκέντρωση εκτιμήθηκε ότι θα προκαλέσει μεταβολή στη δομή της αγοράς, με τη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης της νέας οντότητας».
Τα καταστήματα που πρέπει να «κοπούν»
Η λύση που προτάθηκε από τη Μασούτης και έγινε αποδεκτή βασίζεται σε δύο πυλώνες.
Ο πρώτος αφορά εκποιήσεις φυσικών καταστημάτων. Η εταιρεία δεσμεύθηκε να προχωρήσει σε «εκποίηση (πώληση/μεταβίβαση επιχειρηματικής δραστηριότητας) πέντε (5) καταστημάτων λιανικής πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ της Κρητικός και ένα (1) κατάστημα της Μασούτης». Τα συγκεκριμένα σημεία βρίσκονται στο Ρέθυμνο και στη Χαλκιδική, δηλαδή σε αγορές όπου η συγκέντρωση δημιουργούσε υψηλές συγκεντρώσεις ισχύος.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά το μοντέλο συνεργαζόμενων σημείων. Η Μασούτης δεσμεύθηκε σε «διακοπή χρήσης σημάτων από συνεργαζόμενα καταστήματα είτε με την Μασούτης (Express Market) είτε με την Κρητικός (“Πρόοδος Μάρκετ”, “CRM–ΑΡΙΑΔΝΗ”, “Ελληνικά Μάρκετ”, “ΗΛΙΟΣ” ή “ΚΡΗΤΙΚΟΣ”)».
Τα σημεία που επηρεάζονται από αυτή την απόφαση ανέρχονται σε 47. Βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, στο Ρέθυμνο, στη Χαλκιδική, στη Θάσο, στα Χανιά, στη Λέρο, στην Καβάλα, στην Κέρκυρα, στην Κάλυμνο και σε άλλες περιοχές.
Συνολικά, λοιπόν, 53 καταστήματα είτε αλλάζουν ιδιοκτησιακό καθεστώς είτε αποσυνδέονται από τα εμπορικά δίκτυα των δύο εταιρειών.
Στο πλαίσιο της απόφασης, η γνωστοποιούσα εταιρεία αναλαμβάνει και θεσμική υποχρέωση συμμόρφωσης, καθώς θα πρέπει να διορίσει «Επιβλέποντα Εντολοδόχο, ανεξάρτητο από τα μέρη και εγκεκριμένο από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, για την ορθή εκπλήρωση των ως άνω όρων και δεσμεύσεων».
Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι παρεμβάσεις αυτές είναι επαρκείς, καθώς «το συνολικό μερίδιο της νέας οντότητας θα ανέρχεται πλέον σε ποσοστό μικρότερο του 50% στις σχετικές τοπικές αγορές». Παράλληλα, σημειώνει ότι θα δημιουργηθούν πρόσθετες ανταγωνιστικές πιέσεις είτε μέσω της εισόδου νέων παικτών στα εκποιούμενα σημεία είτε μέσω της ανεξάρτητης λειτουργίας των συνεργαζόμενων καταστημάτων.
Με αυτή τη βάση, η Επιτροπή ενέκρινε τελικά τη συγκέντρωση που είχε γνωστοποιηθεί στις 2 Φεβρουαρίου 2026, κρίνοντας ότι τα διορθωτικά μέτρα είναι «επαρκή, αναλογικά και κατάλληλα» για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού που εντοπίστηκαν.