Η ταυτόχρονη εκδήλωση τοπικών αντιδράσεων στην Αγγλία και θεσμικών διεκδικήσεων στην περιφέρεια του Ηνωμένου Βασιλείου αναδεικνύει τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχεται η συνοχή του βρετανικού κράτους. Η συμβολική ψηφοφορία στο μικρό χωριό Πίντινγκτον του Οξφορντσάιρ, όπου 350 κάτοικοι διαμαρτύρονται για τη χωροθέτηση κέντρου φιλοξενίας 1.200 αιτούντων άσυλο, στερείται νομικής ισχύος. Ωστόσο, αποτυπώνει την κλιμακούμενη δυσφορία της τοπικής αυτοδιοίκησης απέναντι στις κεντρικές αποφάσεις του Λονδίνου, δημιουργώντας ένα προηγούμενο πολιτικής ανυπακοής που ενδέχεται να βρει μιμητές.
Σε θεσμικό επίπεδο, η πίεση προς την κεντρική κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ προσλαμβάνει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την υπογραφή της συμφωνίας στο Κάρντιφ. Για πρώτη φορά στην ιστορία της αποκέντρωσης, οι εθνικιστικές ηγεσίες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας συντονίζουν τη δράση τους, συγκροτώντας ένα συμπαγές πολιτικό μέτωπο με βασικό αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος των λαών τους να αποφασίζουν αυτόνομα για το συνταγματικό τους μέλλον.
Παρά τη συμβολική και πολιτική βαρύτητα της συμφωνίας, το νομικό καθεστώς παραμένει αμετάβλητο, καθώς η κυριαρχία του βρετανικού Κοινοβουλίου αποτελεί το θεμέλιο του συνταγματικού δικαίου της χώρας. Όπως επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην περίπτωση της Σκωτίας, καμία αποκεντρωμένη κυβέρνηση στη Σκωτία ή την Ουαλία δεν διαθέτει τη δικαιοδοσία να προκηρύξει μονομερώς νόμιμο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας χωρίς τη συγκατάθεση του Λονδίνου. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η Βόρεια Ιρλανδία, όπου το διεθνώς κατοχυρωμένο πλαίσιο της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής παρέχει μια θεσμοθετημένη οδό προς την επανένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, εφόσον διαφανεί αλλαγή στις διαθέσεις της πλειοψηφίας.
Η ουσία των πρόσφατων εξελίξεων δεν έγκειται στην άμεση διεξαγωγή δημοψηφισμάτων, αλλά στην αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού. Η κυβέρνηση Μπέρναμ καλείται να διαχειριστεί μια διπλή αμφισβήτηση: από τη μία πλευρά την τοπική δυσαρέσκεια στην αγγλική περιφέρεια για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής και από την άλλη έναν πρωτοφανή συντονισμό των τριών εθνικιστικών ηγεσιών. Το συνταγματικό ζήτημα του Ηνωμένου Βασιλείου παραμένει ανοικτό, μετατρέποντας τη διακυβέρνηση σε μια άσκηση λεπτών ισορροπιών μεταξύ κεντρικής εξουσίας και περιφερειακής αυτονομίας.