Οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ εξαπέλυσαν την Κυριακή νέους βομβαρδισμούς στο νησί Λαράκ του Ιράν, τους πρώτους έπειτα από περίπου έναν μήνα, σύμφωνα με ανακοίνωση της Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM). Από την πλευρά τους, οι ιρανικές αρχές κάνουν λόγο για νεκρούς και τραυματίες.
Όπως ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος της CENTCOM, πλοίαρχος Τιμ Χόκινς, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν δύο ιρανικούς εκτοξευτήρες στο Λαράκ, όπου, σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή, μέλη των Φρουρών της Επανάστασης είχαν εντοπιστεί να προετοιμάζουν την εκτόξευση πυραύλων που έφεραν θαλάσσιες νάρκες με προορισμό το Στενό του Ορμούζ.
Οι Φρουροί της Επανάστασης επιβεβαίωσαν τα πλήγματα, υποστηρίζοντας σε δική τους ανακοίνωση ότι προκάλεσαν «θανάτους και τραυματισμούς». Παράλληλα, προειδοποίησαν ότι θα προχωρήσουν σε «αντίποινα» για την αμερικανική «επίθεση».
Τα νέα αμερικανικά πλήγματα σημειώθηκαν ενώ οι εχθροπραξίες στην περιοχή είχαν σε μεγάλο βαθμό αποκλιμακωθεί, αν και σποραδικές ανταλλαγές πυρών εξακολουθούν να καταγράφονται, κυρίως στο Στενό του Ορμούζ και στην ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό.
Στο επίκεντρο το Στενό του Ορμούζ
Το στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα παραμένει ουσιαστικά κλειστό με απόφαση της Τεχεράνης. Πριν από τον πόλεμο, από το Στενό του Ορμούζ διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που καταναλώνονται παγκοσμίως.
Το Ιράν εξακολουθεί να βάζει σποραδικά στο στόχαστρο εμπορικά πλοία που επιχειρούν να διασχίσουν το στενό χωρίς την άδειά του, ενώ οι ΗΠΑ έχουν απαντήσει επιβάλλοντας αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο.
Σύμφωνα με τον πλοίαρχο Χόκινς, η CENTCOM ολοκλήρωσε την περασμένη εβδομάδα την επιχείρηση απομάκρυνσης ναρκών από τις οδούς διεθνούς ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.
«Οι αμερικανικές δυνάμεις επιτηρούν στενά την περιοχή και παραμένουν έτοιμες να προστατεύσουν την ελεύθερη διέλευση του εμπορίου σε αυτή την ουσιώδη θαλάσσια οδό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από την έναρξη του πολέμου έως το νέο αδιέξοδο
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυσαν από κοινού αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον του Ιράν. Η Τεχεράνη απάντησε, βάζοντας στο στόχαστρο συμμάχους της Ουάσιγκτον στον Κόλπο.
Η κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο έβαλε τέλος σε 40 ημέρες σφοδρών ανταλλαγών βομβαρδισμών και επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα.
Ακολούθησε, στα μέσα Ιουνίου, η υπογραφή του λεγόμενου «μνημονίου κατανόησης του Ισλαμαμπάντ», το οποίο θεωρητικά άνοιγε τον δρόμο για τον τερματισμό της ένοπλης σύρραξης.
Ωστόσο, η συμφωνία κατέρρευσε τον Ιούλιο, οι εχθροπραξίες επανήλθαν και έκτοτε η διπλωματική διαδικασία μοιάζει να έχει περιέλθει σε αδιέξοδο.
Η Ουάσιγκτον εντείνει την οικονομική πίεση
Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να δίνει πλέον μεγαλύτερο βάρος στην οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη εδώ και δεκαετίες με αμερικανικές και διεθνείς κυρώσεις.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, παρουσίασε την περασμένη Δευτέρα σειρά «δευτερογενών» κυρώσεων. Τα μέτρα δεν στρέφονται απευθείας κατά του Ιράν, αλλά στοχεύουν εμπορικούς εταίρους της χώρας σε τομείς όπως η ναυτιλία, η αεροπορία, οι ψηφιακοί πόροι, η τεχνολογία και ο χρυσός.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε νέες κυρώσεις σε βάρος 60 προσώπων, εταιρειών και πλοίων, τα οποία κατηγορεί ότι βοηθούν το Ιράν να εξασφαλίζει πετρελαϊκά έσοδα, να προμηθεύεται όπλα και να διεξάγει επιχειρήσεις κυβερνοπολέμου.
Στο στόχαστρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, και συμφέροντα της Κίνας, της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο και σημαντικού οικονομικού εταίρου της Τεχεράνης. Το Πεκίνο αντέδρασε, διαμηνύοντας ότι θα υπερασπιστεί «σθεναρά» τα κινεζικά συμφέροντα, καθώς και τη συνεργασία του με το Ιράν.
Η Τεχεράνη απορρίπτει την αμερικανική πίεση
Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, έχει αναγνωρίσει ότι η χώρα αντιμετωπίζει «πολλές οικονομικές δυσκολίες». Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να εξασφαλίσει «τίποτα» μέσω της οικονομικής πίεσης και αποκλείει την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς λειτουργίας του Στενού του Ορμούζ.
Η στάση αυτή θεωρείται απαράδεκτη από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στην περιοχή, οι οποίοι ζητούν την εκ νέου πλήρη λειτουργία της στρατηγικής θαλάσσιας οδού.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει μάλιστα δηλώσει το τελευταίο διάστημα ότι το Στενό του Ορμούζ θα γίνει «αμερικανικό έδαφος», ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο την ένταση γύρω από μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.