Σαφή απόσταση από τις κατηγορηματικές θέσεις που είχε διατυπώσει στο παρελθόν υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα φαίνεται να κρατά πλέον ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, παραπέμποντας την ευθύνη για το ζήτημα στο Βρετανικό Μουσείο.
Η νέα τοποθέτηση του Μπέρναμ, όπως καταγράφηκε σε συνέντευξή του αυτή την εβδομάδα στους Financial Times, έρχεται σε εμφανή αντίθεση με τις δηλώσεις που είχε κάνει πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας. Τότε, ο ίδιος είχε εκφραστεί με ιδιαίτερα σαφή τρόπο υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα, φτάνοντας να ζητήσει το 2023 την επιστροφή τους «χωρίς όρους».
Τώρα, ωστόσο, εμφανίζεται σαφώς πιο επιφυλακτικός. Ερωτηθείς για το ζήτημα, παρέπεμψε ουσιαστικά στο Βρετανικό Μουσείο, δηλώνοντας: «Σε τελική ανάλυση, είναι ζήτημα του Βρετανικού Μουσείου, έτσι δεν είναι;». Όπως πρόσθεσε, «νομικά, εκεί βρίσκεται το ζήτημα».
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι ο Μπέρναμ είχε στο παρελθόν τοποθετηθεί με τρόπο που άφηνε ελάχιστα περιθώρια παρερμηνείας.
Από το «στείλτε τα πίσω» στη σημερινή επιφύλαξη
Το 2023, όταν ήταν δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο Μπέρναμ είχε ερωτηθεί εάν ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, θα έπρεπε να επιστρέψει τα Γλυπτά στην Ελλάδα.
Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: «Ναι, ο Τζορτζ Όσμπορν πρέπει να επιστρέψει τα Ελγίνεια Μάρμαρα».
Λίγο αργότερα, μάλιστα, είχε ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση του, γράφοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους». Παράλληλα, είχε υποστηρίξει ότι η επιστροφή τους θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για την αξιοποίηση του πολιτισμού ως εργαλείου βελτίωσης της διεθνούς εικόνας της Βρετανίας.
Η υποστήριξή του στην επιστροφή των Γλυπτών, πάντως, δεν ήταν μια πρόσφατη πολιτική τοποθέτηση. Οι θέσεις του χρονολογούνται από το 2002, μόλις έναν χρόνο μετά την είσοδό του στη Βουλή των Κοινοτήτων. Τότε είχε συνυπογράψει, χωρίς επιτυχία, νομοθετική πρωτοβουλία που στόχευε στη διευκόλυνση της μεταφοράς των Γλυπτών στην Ελλάδα.
Οι προσδοκίες της Αθήνας
Η ανάδειξη του Μπέρναμ στην πρωθυπουργία είχε δημιουργήσει στην Αθήνα προσδοκίες ότι ένας Βρετανός πολιτικός με τόσο ξεκάθαρο προηγούμενο υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών θα μπορούσε να διαδραματίσει ενεργότερο ρόλο στην προσπάθεια επίλυσης της μακροχρόνιας διαμάχης.
Οι προηγούμενες παρεμβάσεις του είχαν, άλλωστε, καταγραφεί και παρακολουθηθεί στενά από την ελληνική πλευρά. Η σημερινή του στάση, ωστόσο, δείχνει ότι η μετάβαση από τη θέση του πολιτικού της αντιπολίτευσης ή της τοπικής αυτοδιοίκησης σε εκείνη του πρωθυπουργού συνοδεύεται από πολύ μεγαλύτερη πολιτική και θεσμική προσοχή.
Παρά την αλλαγή τόνου, ο Μπέρναμ εξακολουθεί να δηλώνει ένθερμος υποστηρικτής της αξιοποίησης του πολιτισμού ως εργαλείου διεθνούς διπλωματίας, κάνοντας ειδική αναφορά στη βρετανική «πολιτιστική διπλωματία». Δεν φαίνεται, όμως, να επιθυμεί να αναλάβει ο ίδιος την πολιτική πρωτοβουλία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Το «μπαλάκι» στο Βρετανικό Μουσείο
Η νέα τοποθέτηση του Βρετανού πρωθυπουργού ουσιαστικά μεταφέρει το κέντρο βάρους της υπόθεσης στο Βρετανικό Μουσείο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως σε θεσμικό και νομικό επίπεδο.
Αξιωματούχος του Βρετανικού Μουσείου, σχολιάζοντας τη μεταβολή στη στάση του Μπέρναμ, ανέδειξε ακριβώς αυτή τη διαφορά: άλλο είναι οι θέσεις που μπορεί να εκφράζει ένας πολιτικός ως βουλευτής και άλλο οι επιλογές που καλείται να κάνει όταν αναλαμβάνει την πρωθυπουργία.
Κατά την ίδια εκτίμηση, η βρετανική κυβέρνηση δεν φαίνεται, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, διατεθειμένη να επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο σε μια υπόθεση που παραμένει επί δεκαετίες ανοιχτή.
Έτσι, από το ξεκάθαρο «στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους» του 2023, ο Μπέρναμ περνά σήμερα σε μια πολύ πιο προσεκτική διατύπωση, παραπέμποντας την υπόθεση στο Βρετανικό Μουσείο. Μια μετατόπιση που αναμένεται να παρακολουθήσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η Αθήνα.