Η θεσμική μεταβολή που ενεργοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να αναδιαμορφώσει ριζικά το τοπίο του διασυνοριακού ηλεκτρονικού εμπορίου (B2C) και να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις στους τελικούς καταναλωτές. Από την 1η Ιουλίου, εισάγεται μια νέα δημοσιονομική επιβάρυνση, η οποία προβλέπει τη σταθερή επιβολή τελωνειακού τέλους ύψους 3 ευρώ για εμπορεύματα των οποίων η εγγενής αξία δεν υπερβαίνει το κατώφλι των 150 ευρώ. Η συγκεκριμένη κανονιστική παρέμβαση στοχεύει άμεσα στην ανάσχεση των αθρόων εισαγωγών χαμηλού κόστους, οι οποίες προέρχονται κυρίως από τρίτες χώρες και διοχετεύονται στην ενιαία αγορά μέσω ψηφιακών πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως η Shein και η Temu.
Το μέγεθος της στρέβλωσης που επιχειρείται να διορθωθεί αποτυπώνεται στα στατιστικά δεδομένα, καθώς κατά το προηγούμενο έτος οι εισαγωγές μέσω του ψηφιακού καναλιού προσέγγισαν τα 6 δισεκατομμύρια τεμάχια. Το 90% των εν λόγω συναλλαγών κάτω των 150 ευρώ αφορούσε κινεζικά προϊόντα έντασης εργασίας, όπως είδη γρήγορης μόδας, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και ηλεκτρονικές συσκευές ευρείας κατανάλωσης. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, το μέτρο αυτό αντικατοπτρίζει τις εντονότερες γεωπολιτικές και προστατευτικές τάσεις στο διεθνές εμπόριο, οι οποίες επηρεάζουν ένα ευρύ φάσμα κλάδων, από τους ημιαγωγούς και τις σπάνιες γαίες έως την αυτοκινητοβιομηχανία. Οι ασύμμετρες εισαγωγικές ροές διευρύνουν συστηματικά το εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της Κίνας. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκφράζουν έντονες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των εγχώριων παραγωγικών δομών, οι οποίες υφίστανται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού από ισχυρά επιδοτούμενες κινεζικές βιομηχανίες.
Η νέα αυτή επιβάρυνση προκύπτει από την οριστική κατάργηση της εξαίρεσης de minimis, ενός ιστορικού καθεστώτος τελωνειακής ατέλειας που απαλλάσσει τα δέματα μικρής αξίας από δασμολογικές υποχρεώσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ρύθμιση δεν αποτελεί μέτρο προστατευτισμού, αλλά αναγκαία παρέμβαση για τη διασφάλιση ισοδύναμων όρων ανταγωνισμού (level playing field) και την ενίσχυση της ασφάλειας των προϊόντων. Τα παραδοσιακά δίκτυα λιανικής αδυνατούσαν μέχρι πρότινος να ανταγωνιστούν το εν λόγω καθεστώς ασυμμετρίας. Ωστόσο, η κατάργηση της ατέλειας συνεπάγεται άμεση μετακύλιση του κόστους, καθώς οι πωλητές, οι διαμεταφορείς και οι εκτελωνιστές θα ενσωματώνουν το τέλος στην τελική τιμή καταναλωτή, ενώ πολυεθνικοί πάροχοι ταχυμεταφορών, όπως η FedEx, έχουν ήδη δρομολογήσει μηχανισμούς αυτόματης είσπραξης από τους παραλήπτες.
Η μετάβαση αυτή αυξάνει κατακόρυφα τη διοικητική πολυπλοκότητα και το γραφειοκρατικό κόστος συμμόρφωσης για τους διαχειριστές της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι οποίοι λειτουργούν ήδη σε ένα περιβάλλον αναταράξεων λόγω του Brexit και της δασμολογικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Το τέλος θα υπολογίζεται ανά μονάδα προϊόντος βάσει της τελωνειακής ονοματολογίας. Συνεπώς, δέματα με ομοειδή προϊόντα (ίδιο τελωνειακό κωδικό) θα επιβαρύνονται με 3 ευρώ, αλλά η πολυπλοκότητα αυξάνεται όταν συνυπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες αγαθών ή προϊόντα που προέρχονται από διαφορετικές χώρες προέλευσης, εκτινάσσοντας αναλογικά το κόστος στα 6 ή 9 ευρώ. Αυτή η διαφοροποίηση ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική ελαστικότητα ζήτησης, καθώς οι καταναλωτές ενδέχεται να εγκαταλείψουν τις αγορές τους στο στάδιο του ελέγχου (checkout) λόγω των πρόσθετων επιβαρύνσεων. Επιπλέον, στο πλαίσιο του τελωνειακού μετασχηματισμού της ΕΕ έως το 2028, προγραμματίζεται για τον Νοέμβριο η επιβολή πρόσθετου τέλους διαχείρισης, το οποίο σύμφωνα με εκτιμήσεις της DHL Express θα ανέρχεται σε 2 ευρώ ανά αποστολή.
Οι ανωτέρω μεταβολές αναμένεται να επιβραδύνουν τους χρόνους παράδοσης. Η ανάγκη υποβολής αναλυτικών τελωνειακών διασαφήσεων θα δημιουργήσει συμφόρηση στις ροές, ενώ αναμένεται και δομική στροφή των φορτίων από τις ταχείες αερομεταφορές προς τις μαζικές θαλάσσιες ή χερσαίες μεταφορές, οι οποίες προσφέρουν χαμηλότερο οριακό κόστος αλλά μεγαλύτερο χρόνο διαμετακόμισης. Αν και η μεταρρύθμιση στοχεύει στις πλατφόρμες B2C χαμηλού κόστους, επηρεάζει οριζόντια το διεθνές εμπόριο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα εξασφαλίσουν μια νέα πηγή φορολογικών εσόδων, όμως το κόστος θα επωμιστούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξάγουν προς την ευρωπαϊκή αγορά των 450 εκατομμυρίων καταναλωτών.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται οι επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Η βρετανική κυβέρνηση διατηρεί το δικό της αφορολόγητο όριο των 135 λιρών έως το 2029, γεγονός που επιτρέπει την ετήσια εισροή 1 δισεκατομμυρίου προϊόντων χαμηλής αξίας, πλήττοντας τα εγχώρια φυσικά καταστήματα που επιβαρύνονται με υψηλά λειτουργικά έξοδα, μισθούς και ενοίκια. Παράλληλα, Βρετανοί έμποροι λιανικής και ηλεκτρονικού εμπορίου, οι οποίοι είδαν τον κύκλο εργασιών τους προς το εξωτερικό να συρρικνώνεται δραματικά μετά το Brexit και την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ, εκφράζουν πλέον έντονο σκεπτικισμό για την επερχόμενη απώλεια της πελατειακής τους βάσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνδυαστική επίδραση του διεθνούς ανταγωνισμού και των νέων προστατευτικών φραγμών διαμορφώνει ένα εξαιρετικά δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον για το παραδοσιακό επιχειρείν.