Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φαίνεται να διαθέτουν ολοένα και λιγότερα περιθώρια επιλογών πέρα από μια συμφωνία, καθώς η συσσώρευση οικονομικών πιέσεων, στρατιωτικών απωλειών και πολιτικών αναγκών και στις δύο πλευρές ενισχύει το ενδεχόμενο συμβιβασμού, ιδίως όσο πλησιάζει η λήξη της κατάπαυσης του πυρός, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ, παρά τη μαραθώνια διάρκειά του, εκτιμάται ότι λειτούργησε κυρίως ως μέσο ενίσχυσης της διαπραγματευτικής θέσης της Ουάσιγκτον. Ο ναυτικός αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών που ακολούθησε σχεδόν άμεσα υποδηλώνει ότι ο Λευκός Οίκος είχε ήδη προετοιμάσει το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της πίεσης προς την Τεχεράνη.
Αν και οι πλήρεις οικονομικές συνέπειες του αποκλεισμού ενδέχεται να φανούν σε βάθος χρόνου, ακόμη και μερική αποτελεσματικότητά του αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω την ιρανική οικονομία και εκείνες των συμμάχων της, όπως η Κίνα, που εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίζεται να επιδιώκει μια συμφωνία, καθώς η άνοδος του πληθωρισμού και των τιμών καυσίμων δημιουργεί αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Παρά την εικόνα ανθεκτικότητας που επιχειρεί να προβάλλει, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές απώλειες, έπειτα από εβδομάδες βομβαρδισμών που φέρονται να έχουν πλήξει περισσότερους από 13.000 στόχους. Η ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, ενώ η απουσία δημόσιας εμφάνισης του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, που θεωρείται πιθανός διάδοχος του ανώτατου ηγέτη, εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από την κατάσταση της ηγεσίας. Παρά τη σκληρή ρητορική, η ισχύς της Τεχεράνης φαίνεται να εδράζεται περισσότερο στην ικανότητα αντοχής παρά σε σαφή στρατιωτική υπεροχή.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η θέση του Ιράν παραμένει εξίσου δύσκολη, καθώς έχει εμπλακεί στρατιωτικά με αρκετές χώρες του Κόλπου. Το Ιράκ εμφανίζεται διχασμένο ως προς τη στάση του, ενώ το Πακιστάν, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής, διατηρεί ταυτόχρονα αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, περιορίζοντας περαιτέρω τα περιθώρια ελιγμών της Τεχεράνης. Η περιφερειακή επιρροή της χώρας στηρίζεται κυρίως στην επιβίωση και στη διατήρηση παρουσίας, παρά σε στρατιωτική κυριαρχία.
Κομβικό σημείο των διαπραγματεύσεων φαίνεται να αποτελεί η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός έχει περιορίσει τη δυνατότητα της Τεχεράνης να ασκήσει πίεση στο συγκεκριμένο μέτωπο. Παράλληλα, διαφαίνεται σύγκλιση ως προς μια προσωρινή αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου: το Ιράν προτείνει περίοδο πέντε ετών, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν συμφωνία με ορίζοντα είκοσι ετών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και το απόθεμα περίπου 400 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, το οποίο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα για την κατασκευή πυρηνικού όπλου υπό το υφιστάμενο καθεστώς στενής στρατιωτικής επιτήρησης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μεταξύ των πιθανών λύσεων εξετάζονται η απομάκρυνση του υλικού μέσω της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, η μεταφορά του στη Ρωσία, η πώλησή του ή η μείωση του βαθμού εμπλουτισμού, στο πλαίσιο ενός αυστηρού μηχανισμού επαλήθευσης που επιδιώκει η Ουάσιγκτον.
Αβεβαιότητα προσθέτει η στάση του Ισραήλ, καθώς η Τεχεράνη επιδιώκει διαβεβαιώσεις ότι σύμμαχοί της, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, δεν θα αποτελέσουν στόχο νέων επιθέσεων. Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διατηρεί επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ η λιβανέζικη κυβέρνηση βρίσκεται σε απευθείας συνομιλίες με το Ισραήλ για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Ωστόσο, η Βηρυτός δεν έχει καταφέρει να προχωρήσει στον αφοπλισμό της οργάνωσης, γεγονός που διατηρεί ενεργές τις εστίες έντασης.
Συνολικά, τα βασικά εμπόδια για μια συμφωνία φαίνεται να εντοπίζονται περισσότερο στην ανάγκη διατήρησης πολιτικού κύρους και ισορροπιών, παρά σε ουσιαστικές διαφωνίες. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι υποχωρεί πλήρως, καθώς τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη επιδιώκουν να παρουσιάσουν μια ενδεχόμενη συμφωνία ως πολιτική νίκη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα μπορεί να συγκριθεί ευνοϊκά με εκείνη του 2015 επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, την οποία ο ίδιος είχε ακυρώσει κατά την πρώτη του θητεία. Την ίδια ώρα, παραμένει ασαφές το πώς θα διαμορφωθεί το Ιράν στη μεταπολεμική περίοδο, καθώς οι εκτεταμένες ζημιές στις υποδομές και η ενίσχυση των σκληροπυρηνικών κύκλων ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά τη μελλοντική στρατηγική της χώρας.
Παρότι μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει την πιθανότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών φαίνεται να ενισχύουν την άποψη στο εσωτερικό της χώρας ότι απαιτείται ισχυρότερη αποτρεπτική ισχύς.