Το ΝΑΤΟ έχει ξεκινήσει στρατιωτικό σχεδιασμό για μια νέα αποστολή με την ονομασία «Arctic Sentry», όπως ανακοίνωσε την Τρίτη εκπρόσωπος του στρατιωτικού επιτελείου της Συμμαχίας, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ευρωπαίων συμμάχων αναφορικά με τη Γροιλανδία.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται στον απόηχο επαναλαμβανόμενων δηλώσεων του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει εκφράσει την πρόθεση των ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, κατηγορώντας τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι δεν διασφαλίζουν επαρκώς το μεγάλο αρκτικό νησί απέναντι σε πιθανές απειλές από τη Ρωσία ή την Κίνα. Οι δηλώσεις αυτές έχουν προκαλέσει έντονη διπλωματική αντιπαράθεση με την Κοπεγχάγη για το δανικό υπερπόντιο έδαφος, αλλά και τριβές στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
«Ο σχεδιασμός βρίσκεται σε εξέλιξη για μια δραστηριότητα ενισχυμένης επιτήρησης του ΝΑΤΟ, με την ονομασία “Arctic Sentry”», δήλωσε ο συνταγματάρχης Μάρτιν Ο’Ντόνελ, εκπρόσωπος του Ανώτατου Στρατηγείου Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (SHAPE), επιβεβαιώνοντας σχετικό δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel.
Ο ίδιος απέφυγε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, επισημαίνοντας ότι ο σχεδιασμός βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Μετά από συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός τον Ιανουάριο, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε δήλωσε ότι συζητήθηκε το πώς τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας μπορούν να συνεργαστούν συλλογικά για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική. Όπως τόνισε, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Γροιλανδία, αλλά και τα επτά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ που διαθέτουν εδάφη εντός της αρκτικής ζώνης.
Παραμένει ασαφές αν το θέμα θα τεθεί επισήμως στην ατζέντα της συνάντησης των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, που είναι προγραμματισμένη για τις 12 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Συμμαχίας, ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης του ΝΑΤΟ, ο Αμερικανός στρατηγός Alexus Grynkewich, διαθέτει την εξουσία να σχεδιάζει και να υλοποιεί «δραστηριότητες ενισχυμένης επιτήρησης» χωρίς να απαιτείται ομόφωνη έγκριση από όλα τα κράτη-μέλη, γεγονός που προσδίδει στη διαδικασία μεγαλύτερη ευελιξία αλλά και πολιτική βαρύτητα.