Σε μια ιδιαίτερα συμβολική συγκυρία για το μέλλον της Ευρώπης, ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι τιμήθηκε με το Βραβείο Καρλομάγνου για τη συμβολή του στη διάσωση του ευρώ, αλλά και για τις παρεμβάσεις του σχετικά με τη στρατηγική πορεία της Ευρώπης σε μια περίοδο βαθιών γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Η βράβευση του Ιταλού πολιτικού και οικονομολόγου επανέφερε στο προσκήνιο μία από τις πλέον ιστορικές στιγμές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας: τη δήλωσή του το 2012, στο αποκορύφωμα της κρίσης της ευρωζώνης, όταν από το Λονδίνο δεσμεύτηκε ότι η ΕΚΤ θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» («whatever it takes») για να αποτρέψει την κατάρρευση του ευρώ. Μια φράση που έμελλε να καθησυχάσει τις αγορές και να αποτελέσει σημείο καμπής για τη σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Κατά την τελετή απονομής του Βραβείου Καρλομάγνου, ο Μάριο Ντράγκι περιέγραψε με δραματικούς τόνους τη νέα διεθνή πραγματικότητα, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες προκλήσεις ασφάλειας και γεωπολιτικής αυτονομίας.
«Σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες μεταβάλλονται διαρκώς, κάθε στρατηγική εξάρτηση πρέπει πλέον να επανεξεταστεί. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, είμαστε πραγματικά μόνοι μαζί», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η Ευρώπη επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον για το οποίο οι θεσμοί της δεν είχαν σχεδιαστεί.
Ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ στάθηκε ιδιαίτερα στην αβεβαιότητα που επικρατεί γύρω από τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά μετά το 1949 υπάρχει το ενδεχόμενο η Ουάσινγκτον να μην μπορεί πλέον να εγγυηθεί την ασφάλεια της Ευρώπης με τους όρους που μέχρι σήμερα θεωρούνταν δεδομένοι.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ούτε η Κίνα μπορεί να αποτελέσει εναλλακτικό γεωπολιτικό σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή ήπειρο, σκιαγραφώντας ένα διεθνές περιβάλλον όπου η Ευρώπη καλείται να στηριχθεί περισσότερο στις δικές της δυνάμεις.
Ο Μάριο Ντράγκι δεν έκρυψε τον προβληματισμό του και για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους τους, υπογραμμίζοντας ότι η αμερικανική πολιτική έχει γίνει πλέον «πιο συγκρουσιακή και απρόβλεπτη». Όπως σημείωσε, η Ευρώπη επένδυσε διαχρονικά στη διαπραγμάτευση και τον συμβιβασμό, ωστόσο αυτή η προσέγγιση δεν απέδωσε πάντοτε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
«Μια στάση που σχεδιάστηκε για να αποκλιμακώνει την ένταση καταλήγει αντίθετα να ενθαρρύνει περαιτέρω κλιμάκωση», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη οφείλει πλέον να αποκτήσει τη δυνατότητα να αντιδρά πιο αποφασιστικά, προκειμένου να επαναφέρει τη συνεργασία σε πιο ισότιμες βάσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της ασφάλειας, το οποίο χαρακτήρισε ως τον βασικό περιοριστικό παράγοντα για την ευρωπαϊκή αυτονομία. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η μεταβολή της αμερικανικής στάσης δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως απειλή, αλλά και ως μια αναγκαία αφύπνιση για την Ευρώπη.
«Η αλλαγή της αμερικανικής στάσης απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν πρέπει να θεωρείται μόνο κίνδυνος. Είναι επίσης ένα αναγκαίο ξύπνημα», ανέφερε χαρακτηριστικά, καλώντας ουσιαστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα.