Επανέρχονται στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος οι ελληνικές τράπεζες, καθώς η πρόσφατη διόρθωση των μετοχών τους δημιουργεί, σύμφωνα με τη HSBC, ευκαιρίες τοποθέτησης σε έναν κλάδο με ενισχυμένα θεμελιώδη μεγέθη και βελτιωμένες προοπτικές κερδοφορίας.
Ο διεθνής οίκος βλέπει περιθώρια περαιτέρω ανόδου, στηριζόμενος τόσο στην αύξηση των δανείων όσο και στη στροφή των τραπεζών σε δραστηριότητες που ενισχύουν τις προμήθειες, όπως η διαχείριση κεφαλαίων και τα τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του οίκου, η πρόσφατη διόρθωση των τραπεζικών μετοχών –περίπου 11,5% από τα πολυετή υψηλά– δεν αλλοιώνει τη θετική επενδυτική εικόνα του κλάδου. Αντιθέτως, αξιολογείται ως ευκαιρία επανατοποθέτησης, σε ένα περιβάλλον όπου οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ισχυρές.
Η HSBC εκτιμά ότι η πιστωτική επέκταση θα κινηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό κοντά στο 8% την περίοδο 2025-2028, ενώ μόνο για το 2025 αναμένεται αύξηση των ενήμερων δανείων κατά περίπου 13 δισ. ευρώ από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Οι προβλέψεις αυτές είναι ελαφρώς πιο συντηρητικές σε σχέση με την καθοδήγηση των ίδιων των τραπεζών, λόγω των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο οίκος διατηρεί προς το παρόν την εκτίμηση για επιτόκια στο 2% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρότι οι αγορές προεξοφλούν αυξήσεις περίπου 70 μονάδων βάσης στο επόμενο εξάμηνο. Δεδομένης της υψηλής ευαισθησίας των ελληνικών τραπεζών στα επιτόκια, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τα κέρδη του 2027 κατά 4% έως 7%, με μεγαλύτερους ωφελημένους την Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμβολή των προμηθειών, οι οποίες αναδεικνύονται σε βασικό μοχλό ενίσχυσης της κερδοφορίας. Η ανάπτυξη δραστηριοτήτων όπως το asset management και η τραπεζοασφαλιστική συμβάλλει στην επιτάχυνση της αύξησης των κερδών ανά μετοχή, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό (EPS CAGR) να εκτιμάται στο 8% για την περίοδο 2025-2028, έναντι 4% προηγουμένως. Παράλληλα, η διαμόρφωση της καμπύλης του Euribor ενισχύει τα περιθώρια ανόδου στα έσοδα, λόγω της θετικής συσχέτισης με τα επιτόκια.
Οι αναβαθμισμένες πολιτικές διανομής κεφαλαίου προς τους μετόχους ενισχύουν περαιτέρω το επενδυτικό αφήγημα, με τη HSBC να προβλέπει σωρευτικές αποδόσεις 19% έως 25% σε ορίζοντα τριετίας. Επιπλέον, η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά μέσω εισροών κεφαλαίων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο οίκος αναβαθμίζει τη σύσταση για την Εθνική Τράπεζα και την Eurobank σε «buy» από «hold», επικαλούμενος την ενισχυμένη κερδοφορία και τη δυναμική ανταμοιβής των μετόχων. Η Alpha Bank ξεχωρίζει για τις προοπτικές αύξησης κερδών, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς για την υψηλή ευαισθησία στα επιτόκια και τις ελκυστικές μερισματικές αποδόσεις. Συνολικά, το προφίλ κινδύνου-απόδοσης για τον κλάδο επανέρχεται σε ελκυστικά επίπεδα.
Οι τιμές-στόχοι τοποθετούνται στα 4,85 ευρώ για την Alpha Bank, στα 4,70 ευρώ για τη Eurobank, στα 18,45 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και στα 11,70 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς. Οι αποτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 8 και 11 φορών τα εκτιμώμενα κέρδη και περίπου 1 έως 1,5 φορές τα ίδια κεφάλαια, με δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (ROTE) στο 12%-16% και ενισχυμένες μερισματικές αποδόσεις τα επόμενα έτη.
Αναφορικά με την προοπτική αναταξινόμησης της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη, οι πιθανές βραχυπρόθεσμες εκροές από δείκτες της FTSE Russell εκτιμώνται περιορισμένες, μικρότερες από μία ημέρα συναλλαγών. Το βασικό ζητούμενο μετατοπίζεται στη διατήρηση της ορατότητας των ελληνικών μετοχών στο νέο περιβάλλον. Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να υπεραποδίδουν έναντι των ευρωπαϊκών, καταγράφοντας ταχύτερη πιστωτική επέκταση και υψηλότερη κερδοφορία, ενώ διαπραγματεύονται με discount περίπου 10%. Επιπλέον, σημαντικό μέρος των κεφαλαίων που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές διατηρεί ευελιξία τοποθετήσεων και εκτός των βασικών δεικτών αναφοράς.