Έντονες αντιδράσεις στον τουριστικό κλάδο προκαλεί η κυβερνητική πρόθεση να αυξηθεί από 0,75% σε 1% το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων, στο πλαίσιο των μέτρων ενίσχυσης των οικονομικών πόρων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) εκφράζουν την αντίθεσή τους, υποστηρίζοντας ότι οι νέες επιβαρύνσεις μετακυλίονται ουσιαστικά στις επιχειρήσεις φιλοξενίας, οι οποίες καλούνται να καλύπτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών των δήμων.
Οι δύο φορείς προειδοποιούν ότι η πρόσθετη επιβάρυνση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το φορολογικό και λειτουργικό κόστος των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά. Παράλληλα, εκτιμούν ότι η συνεχής διεύρυνση των υποχρεώσεών τους επιβαρύνει τη θέση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος απέναντι σε ανταγωνιστικούς προορισμούς της Μεσογείου.
ΠΟΞ: Νέα επιβάρυνση χωρίς διάλογο με τον κλάδο
Την έντονη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο με τον οποίο προωθείται η αύξηση εκφράζει η ΠΟΞ, με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Γιώργος Χατζής, και ο γενικός γραμματέας, Αντώνης Παγώνης.
Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι πληροφορήθηκε την πρόθεση αύξησης του τέλους από δημοσιεύματα σχετικά με τις ανακοινώσεις που έγιναν στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τους εκπροσώπους των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Κατά την ΠΟΞ, πρόκειται για ακόμη μία οικονομική επιβάρυνση που προστίθεται στις ήδη αυξημένες φορολογικές και λειτουργικές υποχρεώσεις των καταλυμάτων, με τον κλάδο να καλείται να επωμιστεί δυσανάλογο μέρος του κόστους για τη χρηματοδότηση των δήμων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, μάλιστα, στην αρχική αποστολή του τέλους παρεπιδημούντων. Όπως υπενθυμίζει, το μέτρο θεσπίστηκε το 1973, με σκοπό να καλύπτει δαπάνες καθαριότητας, φωτισμού και έργων που συνδέονται με τις αυξημένες ανάγκες των δήμων εξαιτίας της τουριστικής δραστηριότητας.
Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι οι μεταγενέστερες νομοθετικές αλλαγές έχουν απομακρύνει το τέλος από τον αρχικό ανταποδοτικό του χαρακτήρα, χωρίς να υπάρχει σαφής εικόνα για το πού κατευθύνονται τα έσοδα και ποιες παρεμβάσεις στους τουριστικούς προορισμούς χρηματοδοτούνται από αυτά.
Επιπλέον, χαρακτηρίζει σημαντική τη νέα αύξηση, καθώς η μετάβαση από το 0,75% στο 1% αντιστοιχεί σε άνοδο κατά 33% σε σχέση με τον σημερινό ανώτατο συντελεστή. Εφόσον εφαρμοστεί, θα σημαίνει ότι το τέλος θα έχει διπλασιαστεί μέσα σε διάστημα δύο ετών, σύμφωνα με την ΠΟΞ.
Η Ομοσπονδία εκφράζει, επίσης, την ανησυχία ότι η δυνατότητα επιβολής αυξημένου συντελεστή από τους δήμους τείνει να μετατρέπεται στην πράξη σε γενικευμένη επιλογή, ενισχύοντας τη σωρευτική επιβάρυνση των επιχειρήσεων.
Τα φορολογικά βάρη αυξάνονται ταχύτερα από τα τουριστικά έσοδα
Κεντρικό επιχείρημα των ξενοδόχων αποτελεί η απόσταση ανάμεσα στην αύξηση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου από τα τουριστικά καταλύματα και στην άνοδο των συνολικών ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΠΟΞ, το 2025 τα δημόσια έσοδα από τα τουριστικά καταλύματα ήταν αυξημένα κατά 298% σε σύγκριση με το 2023, δηλαδή σχεδόν τετραπλάσια, ενώ σε σχέση με το 2018 είχαν σχεδόν πενταπλασιαστεί.
Την ίδια περίοδο, από το 2023 έως το 2025, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας ενισχύθηκαν κατά 14,7%. Η Ομοσπονδία χρησιμοποιεί τη σύγκριση αυτή για να υπογραμμίσει ότι η αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων κινήθηκε με πολύ ταχύτερο ρυθμό από την άνοδο των εσόδων του τουρισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο ΣΕΤΕ τονίζει ότι η ενίσχυση των οικονομικών της Αυτοδιοίκησης αποτελεί αναγκαία προτεραιότητα, δεν μπορεί όμως να επιτυγχάνεται με διαδοχικές επιβαρύνσεις σε έναν συγκεκριμένο παραγωγικό κλάδο. Ζητά, αντίθετα, να προηγηθεί η αξιολόγηση και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων που ήδη διαθέτουν οι δήμοι, πριν ληφθούν αποφάσεις για νέους φόρους και τέλη.
Το φορολογικό κόστος στην Ελλάδα και η σύγκριση με την Κύπρο
Την πίεση που δέχονται οι ελληνικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αναδεικνύουν και τα στοιχεία έρευνας του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
Ενδεικτική είναι η σύγκριση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για ένα ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, με τιμή δωματίου 150 ευρώ. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει η ΠΟΞ, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα διαμορφώνονται σε 44,7 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 29,8% της τιμής. Στην Κύπρο, η αντίστοιχη επιβάρυνση περιορίζεται στα 24,1 ευρώ ή στο 16,1%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση, σύμφωνα με την ίδια σύγκριση, όταν εξετάζεται η επιβάρυνση σε σχέση με την κερδοφορία. Για κάθε 100 ευρώ κέρδους, ένα ελληνικό ξενοδοχείο καταβάλλει περίπου 176 ευρώ σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, έναντι περίπου 58 ευρώ για μια αντίστοιχη επιχείρηση στην Κύπρο.
Από την πλευρά του, ο ΣΕΤΕ επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστικών μεσογειακών χωρών ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ξενοδοχείων. Ως βασικές αιτίες αναφέρονται οι υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις και το μη μισθολογικό κόστος.
Ιδιαίτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, αποτελεί και ο τρόπος υπολογισμού του τέλους παρεπιδημούντων, καθώς επιβάλλεται επί του κύκλου εργασιών και όχι επί των κερδών. Έτσι, η υποχρέωση καταβολής του παραμένει ανεξάρτητη από το αν μια επιχείρηση εμφανίζει υψηλή, χαμηλή ή μηδενική κερδοφορία.
Τα τρία αιτήματα των ξενοδόχων
Η ΠΟΞ διατυπώνει τρεις βασικές προτάσεις, ζητώντας από την κυβέρνηση να επανεξετάσει τον σχεδιασμό της πριν προχωρήσει σε νέα αύξηση.
Πρώτον, ζητά να μην εφαρμοστεί η αύξηση του τέλους στο 1%, υποστηρίζοντας ότι η χρηματοδότηση των δήμων δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς σε έναν μόνο παραγωγικό κλάδο.
Δεύτερον, θέτει ως προϋπόθεση την αποκατάσταση του ανταποδοτικού χαρακτήρα του μέτρου. Ειδικότερα, ζητά τα έσοδα να κατευθύνονται αποκλειστικά σε έργα υποδομής και υπηρεσίες που σχετίζονται με τις ανάγκες που δημιουργεί η τουριστική κίνηση. Σε διαφορετική περίπτωση, προτείνει να εξεταστεί η αντικατάσταση του τέλους από μια ευρύτερη επιβάρυνση, η οποία θα αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων κάθε δήμου και θα υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών τους.
Τρίτον, ζητά την ισότιμη εφαρμογή του μέτρου και στη βραχυχρόνια μίσθωση. Συγκεκριμένα, θεωρεί αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι το τέλος εισπράττεται πραγματικά και από τα καταλύματα που δραστηριοποιούνται μέσω πλατφορμών, όπως η Airbnb, με βάση τον πραγματικό τους κύκλο εργασιών.
Το βασικό μήνυμα των δύο φορέων είναι ότι η περαιτέρω αύξηση των επιβαρύνσεων δεν μπορεί να αποτελεί την πρώτη επιλογή για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Όπως υποστηρίζουν, πριν επιβληθούν νέα βάρη στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, πρέπει να εξεταστούν η αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων, η ανταποδοτικότητα των τελών και η ίση μεταχείριση όλων των μορφών τουριστικής διαμονής.