Το Ειδικό Δικαστήριο Ανταγωνισμού της Βρετανίας (Competition Appeal Tribunal) έδωσε τη Δευτέρα το "πράσινο φως" για τη μερική προώθηση ομαδικής αγωγής καταναλωτών κατά των κολοσσών Apple και Amazon, με την κατηγορία ότι περιόρισαν τον ανταγωνισμό στην πώληση προϊόντων της Apple στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της Amazon στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η αγωγή ισχυρίζεται ότι οι δύο εταιρείες συνήψαν συμφωνία το 2018 προκειμένου να περιορίσουν τον αριθμό των μεταπωλητών που μπορούσαν να διαθέτουν προϊόντα Apple και Beats στο βρετανικό κατάστημα της Amazon. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, η πρακτική αυτή περιόρισε τον ανταγωνισμό και οδήγησε σε τεχνητή αύξηση των τιμών για τους καταναλωτές.
Το τριμελές δικαστικό συμβούλιο επέτρεψε τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας για τις διεκδικήσεις που αφορούν αγορές προϊόντων Apple απευθείας από την πλατφόρμα της Amazon, απέρριψε ωστόσο το ευρύτερο σκέλος της προσφυγής, το οποίο κάλυπτε αγορές από τα επίσημα καταστήματα της Apple ή άλλους λιανεμπόρους.
Το τμήμα της υπόθεσης που κρίθηκε εισακτέο στο δικαστήριο αποτιμάται –σύμφωνα με τους ενάγοντες– μεταξύ 289 και 306 εκατομμυρίων λιρών (περίπου 283 έως 306 εκατ. δολάρια), συμπεριλαμβανομένων των τόκων.
Η δικαστής Κέλυν Μπέικον σημείωσε στην απόφασή της ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν τις αγορές μέσω του marketplace της Amazon είναι "εύλογοι, αξιόπιστοι και θεμελιωμένοι στα πραγματικά περιστατικά". Αντίθετα, απέρριψε τις αιτιάσεις για τους υπόλοιπους λιανεμπόρους, κρίνοντας ότι βασίζονται σε μια "σύνθετη και θεωρητική υπόθεση βλάβης".
Σημειώνεται ότι το δικαστήριο είχε απορρίψει πέρυσι μια παρόμοια αγωγή που είχε καταθέσει η ακαδημαϊκός του καταναλωτικού δικαίου Κριστίν Ριέφα, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τον εκπρόσωπο της ομάδας καταναλωτών και τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης της δίκης. Η υπόθεση κατατέθηκε εκ νέου από τον Τζάστιν Λε Πατουρέλ, ο οποίος ανέλαβε ως νέος εκπρόσωπος των καταναλωτών.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι υπάρχει ρεαλιστική βάση για το επιχειρηματολογικό σχήμα ότι οι περιορισμοί στους μεταπωλητές ενδέχεται να οδήγησαν σε υψηλότερες τιμές για όσους αγόραζαν προϊόντα της Apple μέσω της Amazon. Ωστόσο, κρίθηκε ότι στο παρόν στάδιο δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η τακτική αυτή αύξησε τις τιμές και στα ιδιόκτητα καταστήματα της Apple ή σε άλλες αλυσίδες λιανικής.
Εκπρόσωπος της Apple δήλωσε ότι ο τεχνολογικός κολοσσός διαφωνεί "κατηγορηματικά" με τις κατηγορίες.
"Η ασφάλεια των πελατών μας αποτελεί απόλυτη προτεραιότητά μας και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα προϊόντα μαϊμού είναι εξαιρετικά σοβαροί", ανέφερε ο εκπρόσωπος.
Η Apple υποστήριξε ότι ο στόχος της συμφωνίας με την Amazon ήταν η παγωγή της διακίνησης απομιμητικών προϊόντων στην πλατφόρμα και η βελτίωση της αγοραστικής εμπειρίας, προειδοποιώντας ότι τα προϊόντα παραποίησης εγκυμονούν κινδύνους ασφαλείας και παραπλανούν τους καταναλωτές.