Η παγκόσμια κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη έχει περάσει ξεκάθαρα από το στάδιο του πειραματισμού στη φάση της βιομηχανικής παραγωγής και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί πλέον μια δυναμική είσοδο στο πεδίο των υποδομών μεγάλης κλίμακας, ελπίζοντας να κατοχυρώσει τη θέση της στον νέο ψηφιακό χάρτη ισχύος. Με αιχμή του δόρατος τα λεγόμενα gigafactories, η ΕΕ φιλοδοξεί να γίνει καταναλωτής, αλλά και παραγωγός τεχνολογίας αιχμής στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Το θέμα ήρθε στο προσκήνιο μετά τη δημόσια παρέμβαση του διευθύνοντος συμβούλου της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, ο οποίος χαρακτήρισε τα εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης ως «τη βιομηχανική επανάσταση της εποχής μας». Μιλώντας στο συνέδριο GTC στο Παρίσι τον Ιούνιο, αποκάλυψε ότι η εταιρεία του συνεργάζεται ήδη με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την κατασκευή τέτοιων εγκαταστάσεων στη Γαλλία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την τεχνολογική κυριαρχία εστιάζει στην οικοδόμηση υπολογιστικής ισχύος και την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού που διαθέτει. Η εκτελεστική αντιπρόεδρος για την τεχνολογική κυριαρχία, Χένα Βίρκουνεν, εξηγεί: «Έχουμε περισσότερους ερευνητές ανά κάτοικο από τις ΗΠΑ και χιλιάδες startups, αλλά το βασικό εμπόδιο είναι η περιορισμένη υπολογιστική ισχύς. Για αυτό επενδύουμε σε αυτή την κρίσιμη υποδομή».
Αναλυτικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη δεσμεύσει 10 δισ. ευρώ για τη δημιουργία 13 εργοστασίων AI και επιπλέον 20 δισ. ευρώ ειδικά για τα gigafactories, τα οποία χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη δημόσια επένδυση στην AI παγκοσμίως. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από 16 κράτη μέλη φτάνουν τις 76, σε 60 διαφορετικές τοποθεσίες, υποδηλώνοντας τον ευρωπαϊκό ζήλο για συμμετοχή στην ψηφιακή μετάβαση.
Σύμφωνα με αναλυτές των UBS και Citi, ένα εργοστάσιο τεχνητής νοημοσύνης είναι στην ουσία ένα υπερσύγχρονο data center, εξοπλισμένο με ισχυρούς επεξεργαστές γραφικών (GPU), ικανούς να εκπαιδεύουν και να εκτελούν μεγάλα μοντέλα AI. Η λειτουργία τους ως υποδομές κοινής χρήσης όμως είναι το στοιχείο που τα καθιστά πραγματικά κρίσιμα, δεδομένου πως δίνουν πρόσβαση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δημόσιους φορείς και νεοφυείς εταιρείες που αδυνατούν να επενδύσουν από μόνες τους σε τόσο δαπανηρή τεχνολογία. Όπως τονίζει ο Martin Wilkie της Citi, «αν συνδυάσεις αυτά τα chips με ενεργειακά δίκτυα υψηλής απόδοσης, τότε έχεις πραγματική δύναμη στα χέρια σου. Αλλά το πώς τη χρησιμοποιείς, θα κάνει τη διαφορά».
Το πρώτο τέτοιο εργοστάσιο έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία στη Νορβηγία από την Telenor. Η Kaaren Hilsen, επικεφαλής του έργου, περιγράφει το εργοστάσιο ως μια πλατφόρμα που επεξεργάζεται ευαίσθητα δεδομένα και προσφέρει υπηρεσίες, όπως μεταφράσεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης, σε συνεργασία με τη BabelSpeak, μια νορβηγική εκδοχή του ChatGPT. «Η επανάσταση της νοημοσύνης έχει ξεκινήσει, και αυτά τα εργοστάσια μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην κοινωνική πρόοδο», υπογράμμισε.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη ετοιμάζεται να εγκαινιάσει εντός των επόμενων εβδομάδων το πρώτο της επίσημο AI factory, ενώ μια από τις ναυαρχίδες εγκαταστάσεις προγραμματίζεται να ανοίξει στο Μόναχο τον Σεπτέμβριο. Τα gigafactories όμως βρίσκονται ακόμη σε προπαρασκευαστικό στάδιο, με εκτιμώμενο κόστος ανά μονάδα μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ.
Παρά τη φιλόδοξη στρατηγική, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις. Ενδεικτικά, ο ερευνητής του ινστιτούτου Bruegel, Bertin Martens, προειδοποιεί για τον κίνδυνο σπατάλης δημόσιων πόρων σε έργα χωρίς ιδιωτική συμμετοχή ή σαφή οικονομική απόδοση. Εκφράζει όμως την αισιοδοξία ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί άμεσα να δημιουργήσει τα δικά της προηγμένα μοντέλα AI, αλλά με σταδιακή ανάπτυξη της υποδομής και έξυπνα επιχειρηματικά μοντέλα, μπορεί να φτάσει εκεί».
όσον αφορά το τεχνικό επίπεδο, η UBS εκτιμά ότι τα ευρωπαϊκά gigafactories μπορούν να προσθέσουν 1,5 έως 2 γιγαβάτ ισχύος, ενισχύοντας κατά 15% τη συνολική υπολογιστική ικανότητα της ηπείρου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ελλείψει εγχώριας παραγωγής εξελιγμένων chips, έχει στραφεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από συμφωνία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον Τζο Μπάιντεν, με στόχο τη διατήρηση μιας ισορροπημένης συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού στον αγώνα απέναντι στην τεχνολογική επέλαση της Κίνας.
Το διακύβευμα, παρ΄όλα αυτά, ξεπερνά την τεχνολογία. Όπως επισημαίνει η Hilsen της Telenor, «η παραγωγή τεχνητής νοημοσύνης είναι σαν την παραγωγή ενέργειας. Αν έχεις πρόσβαση, έχεις δύναμη. Αν δεν έχεις, εξαρτάσαι από άλλους».