Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, η MERE έδειχνε να σχεδιάζει την επόμενη φάση ανάπτυξής της στην ελληνική αγορά. Τον Ιούλιο η Torg Hellas, η εταιρεία που αναπτύσσει το ρωσικό hard discount σήμα στην Ελλάδα, αναζητούσε προσωπικό για νέα καταστήματα σε Καρδίτσα, Κατερίνη, Σέρρες και Κιλκίς, ενώ παράλληλα έψαχνε ακίνητα για την επέκταση του δικτύου της.
Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όμως, η εικόνα ανατράπηκε πλήρως.
Σα τέλη Ιουλίου ανεστάλη αιφνιδιαστικά η λειτουργία και των 11 καταστημάτων της MERE στην Ελλάδα. Σήμερα, σχεδόν έναν μήνα αργότερα, οι λογαριασμοί της εταιρείας φέρονται να παραμένουν παγωμένοι, περίπου 170 εργαζόμενοι βρίσκονται στον αέρα και ακόμη και οι τυπικές διαδικασίες λύσης των συμβάσεων εμφανίζονται να έχουν μπλοκάρει.
Οι κυρώσεις που άλλαξαν τα πάντα
Η υπόθεση συνδέεται με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά του Ρώσου επιχειρηματία Sergey Schneider, συνιδρυτή του ομίλου Svetofor, στον οποίο συνδέεται η αλυσίδα MERE.
Στις 23 Ιουλίου 2026 ο Schneider εντάχθηκε επισήμως στον ευρωπαϊκό κατάλογο κυρώσεων. Στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρεται ως συνιδρυτής του Svetofor Group, το οποίο λειτουργεί περισσότερα από 2.200 discount καταστήματα στη Ρωσία και στο εξωτερικό με σήματα όπως Svetofor, MERE και MyPrice.
Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που δεν αφορά τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης, αλλά τους ανθρώπους που δούλευαν στα καταστήματά της.
«Δεν ξέρουμε αν είμαστε εργαζόμενοι ή άνεργοι»
Εργαζόμενοι της MERE Ελλάδας, απευθυνόμενοι στα μέσα ενημέρωσης, περιγράφουν μια κατάσταση πλήρους εργασιακής αβεβαιότητας.
Όπως καταγγέλλουν, σήμερα δεν τους παρέχεται εργασία, αλλά την ίδια στιγμή δεν έχει ολοκληρωθεί η λύση των συμβάσεών τους. Υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να λάβουν τις αποζημιώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση απόλυσης, ότι υπάρχουν οφειλόμενα δεδουλευμένα και ότι ουσιαστικά παραμένουν δεμένοι με μια εργασιακή σχέση η οποία στην πράξη έχει πάψει να λειτουργεί.
«Δεν γνωρίζουμε αν είμαστε εργαζόμενοι ή άνεργοι», είναι το μήνυμα που στέλνουν.
Και πίσω από αυτή τη φράση υπάρχει ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζούσαν από τον μισθό τους, πλήρωναν ενοίκια, δάνεια, λογαριασμούς και οικογενειακές υποχρεώσεις. Σήμερα, όπως αναφέρουν, δεν γνωρίζουν πότε θα λάβουν τα χρήματα που τους οφείλονται, ούτε με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να αποδεσμευτούν από την υφιστάμενη εργασιακή σχέση χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο δικαιώματα και αποζημιώσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιότυπο εργασιακό κενό: χωρίς πραγματική εργασία, χωρίς οριστική απόλυση και χωρίς καθαρή εικόνα για το πότε θα καταβληθούν τα οφειλόμενα.
«Δεν αποφασίσαμε εμείς για τις κυρώσεις»
Οι εργαζόμενοι ξεκαθαρίζουν ότι δεν αμφισβητούν ούτε αξιολογούν τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κυρώσεις. Θέτουν, όμως, ένα διαφορετικό ερώτημα:
Όταν μια ευρωπαϊκή απόφαση έχει ως συνέπεια να παγώσει στην πράξη η λειτουργία μιας εταιρείας σε κράτος-μέλος, ποιος αναλαμβάνει να προστατεύσει τους εργαζομένους της;
«Δεν είμαστε οι ιδιοκτήτες της εταιρείας. Δεν αποφασίσαμε εμείς για τις κυρώσεις. Δεν αποφασίσαμε εμείς να κλείσουν τα καταστήματα και δεν δημιουργήσαμε εμείς αυτή την κατάσταση. Κι όμως, εμείς είμαστε αυτοί που πληρώνουμε το τίμημα», τονίζουν.
Η ανησυχία για τους εργαζομένους δεν είναι καινούργια. Ήδη από τις 30 Ιουλίου η ΓΣΕΕ είχε ζητήσει από την κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας των 170 εργαζομένων, κάνοντας λόγο για καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας μετά την αναστολή λειτουργίας των 11 καταστημάτων.
Υπάρχει δυνατότητα να δοθεί λύση;
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή το ευρωπαϊκό πλαίσιο κυρώσεων δεν περιορίζεται μόνο στη δέσμευση κεφαλαίων. Προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κατόπιν έγκρισης των αρμόδιων εθνικών αρχών, δυνατότητες κατ' εξαίρεση αποδέσμευσης παγωμένων κεφαλαίων για ορισμένες υποχρεώσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα για τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές: έχουν εξεταστεί όλες οι νόμιμες δυνατότητες ώστε να εξασφαλιστούν τα δεδουλευμένα, οι νόμιμες αποζημιώσεις και η ομαλή λύση των εργασιακών σχέσεων;
Για τους εργαζομένους το θέμα δεν είναι θεωρητικό ούτε γεωπολιτικό.
Είναι ο επόμενος λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί.
Είναι η επόμενη δουλειά που δεν μπορούν να προγραμματίσουν με ασφάλεια.
Είναι τα χρήματα για τα οποία έχουν ήδη εργαστεί.
«Δεν ζητάμε προνόμια»
Το αίτημά τους προς την ελληνική Πολιτεία και τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα είναι σαφές:
Να υπάρξει άμεσα ένας θεσμικός και νομικός δρόμος που θα επιτρέψει την καταβολή των δεδουλευμένων, την κατοχύρωση των νόμιμων αποζημιώσεων και, εφόσον η εταιρεία δεν μπορεί να συνεχίσει να τους απασχολεί, την οριστική αποδέσμευσή τους ώστε να μπορούν να προχωρήσουν σε νέα εργασία και να ασκήσουν τα δικαιώματα που προβλέπει η εργατική νομοθεσία.
«Δεν ζητάμε να μας χαριστούν χρήματα. Ζητάμε τα δεδουλευμένα μας. Ζητάμε τις νόμιμες αποζημιώσεις μας. Ζητάμε να μπορούμε να φύγουμε από μια εργασιακή σχέση που στην πράξη έχει σταματήσει. Ζητάμε να μπορέσουμε να εργαστούμε ξανά και να στηρίξουμε τις οικογένειές μας», αναφέρουν.
Και θέτουν τέσσερα ερωτήματα που πλέον ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις:
Ποιος θα προστατεύσει τους εργαζομένους της MERE;
Ποιος θα διασφαλίσει την καταβολή των δεδουλευμένων τους;
Ποιος θα διασφαλίσει τις νόμιμες αποζημιώσεις τους;
Και ποιος θα δώσει τη λύση ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους;
Οι περίπου 170 εργαζόμενοι της MERE δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν να μη μετατραπούν σε παράπλευρες απώλειες μιας υπόθεσης για την οποία οι ίδιοι δεν είχαν καμία ευθύνη.
«Είμαστε εργαζόμενοι. Έχουμε δικαιώματα. Και απαιτούμε να ακουστεί η φωνή μας».