Τα εμπόδια και τις προκλήσεις που ανακύπτουν στην προσπάθεια επέκτασης των ελληνικών εξαγωγών γεωργικών και διατροφικών προϊόντων ανέλυσαν οι συμμετέχοντες στη σχετική συζήτηση, στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, το οποίο πραγματοποιείται στους Δελφούς από τις 22 έως τις 25 Απριλίου.
Συντονίζοντας τη συζήτηση, η Διευθύντρια Έρευνας της diaNEOsis, Φαίη Μακαντάση, επισήμανε ότι σχετικές μελέτες καταδεικνύουν πως ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα αντιμετωπίζει χρόνιες παθογένειες και αδυναμίες, οι οποίες αφορούν τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, τη χαμηλή ενσωμάτωση τεχνολογιών, τον γηρασμένο αγροτικό πληθυσμό, την περιορισμένη τυποποίηση και το branding, τη χαμηλή παραγωγικότητα — κυρίως σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — και την αδύναμη διασύνδεση των επιμέρους κρίκων της αλυσίδας.
Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, επισήμανε ότι το μεγάλο στοίχημα για τον πρωτογενή τομέα είναι η μετάβαση από ένα μοντέλο επιδότησης σε ένα μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο, όπως σημείωσε, «προσπαθούμε να υλοποιήσουμε ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου».

Μεταξύ άλλων, πρόσθεσε: «Πρέπει να επενδύσουμε στην εξωστρέφεια, στις εξαγωγές, στο branding, στο πώς, με αυτό το ευλογημένο περιβάλλον που παράγει αυτά τα εξαιρετικά προϊόντα, θα καταφέρουμε να κερδίσουμε νέες αγορές. Πρέπει και οι ίδιοι οι παραγωγοί να καταλάβουν ότι χρειάζεται να οργανωθούν. Έχουμε πάρα πολύ μικρά συνεργατικά σχήματα στην Ελλάδα. Δεν έχουμε τις ομάδες παραγωγών που βλέπουμε σε άλλες χώρες». Εστίασε, δε, και στο ζήτημα των νέων τεχνολογιών, λέγοντας πως ο αγροτικός κόσμος δεν τις έχει ενσωματώσει στον βαθμό που θα έπρεπε.
Από την πλευρά του, ο Chief Merchadising Officer, Executive BoD Member Lidl Hellas, Κύπρος, Γιάννης Καρανάτσιος, σημείωσε πως η εξωστρέφεια που πρέπει να επιδεικνύει κάθε ελληνική επιχείρηση αποτυπώνεται και στο παράδειγμα της Lidl Hellas. Και πρόσθεσε, μεταξύ άλλων: «Μέσα από την παρουσία μας σε 31 χώρες, ανοίγουμε τον δρόμο προς το εξωτερικό για Έλληνες προμηθευτές. Τα τελευταία χρόνια, τα ελληνικά προϊόντα, μέσω του δικτύου μας, έχουν καταγράψει σημαντική πορεία και την τελευταία χρονιά έφτασαν τα 600 εκατομμύρια ευρώ».

Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΑΓΡΟΒΙΜ Α.Ε., Τζένη Γυφτέα, επισήμανε ότι οι εταιρείες δημιουργούν brands, ενώ η Πολιτεία διαμορφώνει αξιοπιστία. Όπως σημείωσε: «Όταν η ανάπτυξη προηγείται του ελέγχου, τότε η ποιότητα δεν είναι εξασφαλισμένη. Και έλεγχος σημαίνει αυστηρό σύστημα διαδικασιών. Πρέπει να ελέγχεις την παραγωγή σου, από τον παραγωγό και τις προμήθειες έως τα αποθέματα, την παραγωγή του προϊόντος και το packaging. Γενικότερα, χρειάζεται ένα αυστηρό σύστημα διαδικασιών, ώστε να μπορείς να ελέγξεις την ανάπτυξη των όγκων».

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της ARI Α.Ε., Αριστοτέλης Ιγνατίδης, παρατήρησε ότι το επόμενο βήμα για τις εταιρείες στην Ελλάδα είναι να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο και στην πρωτογενή παραγωγή. «Νομίζω ότι η Πολιτεία πρέπει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση και να στοχεύσει σε αυτό, γιατί συχνά αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη τη μετάβαση της πρωτογενούς παραγωγής σε πιο οργανωμένα επιχειρηματικά σχήματα. Το ζητούμενο για εμάς πλέον είναι να υπάρχουν επιχειρηματίες με στοχευμένες επενδύσεις και εμείς θα είμαστε δίπλα τους, ώστε να αναπτυχθούμε και στο μέλλον», πρόσθεσε.

Παράλληλα, υπογράμμισε: «Τι μας έδωσε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Το ελληνικό προϊόν. Ζούμε σε μια χώρα που είναι ευλογημένη. Έχει πάρα πολύ καλές πρώτες ύλες. Ο Ευρωπαίος καταναλωτής ζητά νέες γευστικές εμπειρίες. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που επισκέπτονται τη χώρα μας και φεύγουν με μια πολύ καλή εμπειρία, την οποία θέλουν να ξαναζήσουν».