Η Deutsche Telekom εξετάζει το ενδεχόμενο συγχώνευσης με τη θυγατρική της T-Mobile US, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία του μεγαλύτερου τηλεπικοινωνιακού παρόχου παγκοσμίως με βάση τη χρηματιστηριακή αξία, καθώς και στη μεγαλύτερη εταιρική συμφωνία μεταξύ εισηγμένων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το σχέδιο βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και προβλέπει τη σύσταση μιας holding εταιρείας, η οποία θα καταθέσει δημόσια πρόταση ανταλλαγής μετοχών και προς τις δύο εταιρείες, με στόχο την ενοποίηση των δραστηριοτήτων τους υπό μία ενιαία δομή. Σήμερα, η Deutsche Telekom κατέχει περίπου το 53% της T-Mobile US, ενώ το υπόλοιπο ανήκει σε επενδυτές όπως η SoftBank και μεγάλα funds όπως Vanguard, BlackRock, T. Rowe Price και State Street.
Η νέα εταιρεία θα μπορούσε να επιδιώξει διπλή εισαγωγή σε χρηματιστήρια των ΗΠΑ και της Ευρώπης και ενδεχομένως να έχει έδρα εκτός Γερμανίας, ακολουθώντας παραδείγματα όπως η συγχώνευση των Praxair και Linde.
Ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία απαιτεί πολιτική έγκριση τόσο από το Berlin όσο και από την Washington. Το γερμανικό Δημόσιο, μέσω της αναπτυξιακής τράπεζας KfW, κατέχει περίπου το 28% της Deutsche Telekom, γεγονός που του δίνει δικαίωμα βέτο σε στρατηγικές αποφάσεις.
Η συγχώνευση θα μπορούσε να μειώσει τη διαφορά αποτίμησης μεταξύ των δύο εταιρειών: η T-Mobile US αποτιμάται περίπου στα 217 δισ. δολάρια, ενώ η Deutsche Telekom στα 141 δισ. ευρώ, με την αξία της να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δραστηριότητά της στις ΗΠΑ.
Το ενιαίο σχήμα θα ξεπερνούσε την China Mobile ως ο μεγαλύτερος πάροχος τηλεπικοινωνιών παγκοσμίως σε χρηματιστηριακή αξία και θα αποκτούσε μεγαλύτερη ισχύ για μελλοντικές εξαγορές, σε ένα περιβάλλον που απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε δίκτυα 5G και οπτικών ινών.
Οι συζητήσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κύμα συγκέντρωσης στον κλάδο. Στην Ευρώπη, κινήσεις όπως η συνεργασία της Orange με τη MásMóvil στην Ισπανία και η πιο ευέλικτη στάση της Κομισιόν στον ανταγωνισμό δείχνουν τάση δημιουργίας μεγαλύτερων ομίλων με διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Παρά ταύτα, πηγές αναφέρουν ότι δεν υπάρχει καμία διασφάλιση πως η συμφωνία θα ολοκληρωθεί, καθώς παρόμοιες πρωτοβουλίες στο παρελθόν δεν κατέληξαν σε συμφωνία.