Την τροποποίηση του Οικονομικού της Ημερολογίου ανακοίνωσε η ALPHA TRUST Συμμετοχών, γνωστοποιώντας παράλληλα τα προκαταρκτικά οικονομικά αποτελέσματα για το 2025, τα οποία καταγράφουν σημαντική ενίσχυση της κερδοφορίας και της λειτουργικής της απόδοσης.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η δημοσίευση των οικονομικών αποτελεσμάτων για τη χρήση 2025 θα πραγματοποιηθεί στις 27 Απριλίου, ενώ η Τακτική Γενική Συνέλευση έχει οριστεί για τις 19 Μαΐου. Η αποκοπή μερίσματος θα γίνει στις 22 Μαΐου, με ημερομηνία προσδιορισμού των δικαιούχων (record date) την 25η Μαΐου και την καταβολή του μερίσματος να προγραμματίζεται για τις 29 Μαΐου.
Η εταιρεία, με γνώμονα –όπως επισημαίνει– την άμεση και έγκαιρη ενημέρωση του επενδυτικού κοινού, προχώρησε στη δημοσιοποίηση βασικών οικονομικών μεγεθών, διευκρινίζοντας ότι η πλήρης ετήσια χρηματοοικονομική έκθεση τελεί υπό τον έλεγχο των Ορκωτών Ελεγκτών.
Σε επίπεδο αποτελεσμάτων, το 2025 αποτέλεσε μια ιδιαίτερα ισχυρή χρονιά για τον Όμιλο, με τον κύκλο εργασιών να διαμορφώνεται στα 13,3 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 44,3% σε ετήσια βάση. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ενίσχυση των δραστηριοτήτων και στην αυξημένη ζήτηση για τις υπηρεσίες του Ομίλου.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η πορεία της λειτουργικής κερδοφορίας, καθώς τα EBITDA υπερδιπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 5,9 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 114,6% σε σχέση με το 2024. Το περιθώριο EBITDA διαμορφώθηκε στο 44,8%, έναντι 30,1% την προηγούμενη χρήση, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.
Η ισχυρή λειτουργική επίδοση αποτυπώθηκε και στα καθαρά αποτελέσματα, με τα κέρδη μετά φόρων να ανέρχονται σε 4,6 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 182% σε ετήσια βάση, ενώ το καθαρό περιθώριο κέρδους διαμορφώθηκε στο 35,0%.
Παράλληλα, σημαντική ήταν και η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης του Ομίλου, με τα ίδια κεφάλαια να φθάνουν τα 10,6 εκατ. ευρώ. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) ανήλθε σε 43,9%, υπογραμμίζοντας το υψηλό επίπεδο αποδοτικότητας.
Συνολικά, τα αποτελέσματα της χρήσης 2025 επιβεβαιώνουν τη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας και την αποτελεσματικότητα του επιχειρηματικού της μοντέλου, σε ένα περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων για την αγορά διαχείρισης κεφαλαίων.