Έκλεισε ένα «μέτωπο» για την Elbisco μετά την επίσημη παραίτηση του Δημητρίου Μίσιου από την αίτηση λύσης και εκκαθάρισης της ιστορικής βιομηχανίας τροφίμων. Η εξέλιξη καταγράφηκε σήμερα, 31 Οκτωβρίου 2025, με την ανάρτηση της δήλωσης παραίτησης στο Γ.Ε.ΜΗ., κλείνοντας –τουλάχιστον προς το παρόν– ένα αμφιλεγόμενο κεφάλαιο για την εταιρεία.
Η αίτηση, η οποία είχε κατατεθεί τον Ιούνιο, βασιζόταν στη μη έγκαιρη δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων για τις χρήσεις 2022 και 2023, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 165 του Ν. 4548/2018 για τη δικαστική λύση μιας Α.Ε.
Από την πρώτη στιγμή, η Elbisco είχε χαρακτηρίσει την αίτηση «άνευ νομίμου ερείσματος, προσχηματική και απορριπτέα», αποδίδοντας την καθυστέρηση στην έγκριση των οικονομικών καταστάσεων στον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση των ελέγχων από τους Ορκωτούς Ελεγκτές. Η εταιρεία σημείωνε, μάλιστα, ότι ο αιτών είχε αποκτήσει μόλις 70 μετοχές δύο μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης, κατέχοντας ποσοστό 0,0001%, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω το έννομο συμφέρον του.
Καθυστερημένοι μεν, αναρτήθηκαν δε
Η κρίσιμη παρέμβαση στην υπόθεση ήρθε την 1η Αυγούστου 2025, όταν η Elbisco ανάρτησε στο Γ.Ε.ΜΗ. τις οικονομικές καταστάσεις του 2022. Αν και η καθυστέρηση ήταν δεδομένη, η εταιρεία υποστήριξε ότι οφειλόταν αποκλειστικά σε καθυστερήσεις ελέγχου από Ορκωτούς και όχι σε ουσιαστικά προβλήματα λειτουργίας ή διαφάνειας. Στο επόμενο διάστημα προχώρησε και στην δημοσίευση των υπόλοιπων οικονομικών καταστάσεων, που εκκρεμούσαν, παρουσιάζοντας βελτιωμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενίσχυση της κερδοφορίας και σημαντική μείωση του τραπεζικού δανεισμού.
Το δικαστικό σίριαλ που κρατά δεκαετίες
Πίσω από τις λογιστικές γραμμές, όμως, οι οικονομικές καταστάσεις του 2022 έφεραν στην επιφάνεια και μια άλλη σημαντική πτυχή: την πολυετή νομική διαμάχη μεταξύ της οικογένειας Φιλίππου (σημερινής ιδιοκτήτριας της Elbisco) και της οικογένειας Ρεμούνδου, με αφορμή τη μεταβίβαση μετοχών της Elite το 1988.
Οι Ρεμούνδου υποστηρίζουν πως η συμμετοχή τους στην Elite συρρικνώθηκε αυθαίρετα από 29,17% σε 0,139%, ζητώντας σήμερα αποζημιώσεις άνω των 37 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση ουσιαστικά ανακινήθηκε το 2003 με την πώληση 2,4 εκατ. μετοχών της «Πικέρμι» στην Elbisco – πράξη που οι Ρεμούνδου θεώρησαν συγχώνευση με αδιαφανείς όρους και χαμηλό τίμημα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο είχε τότε εντοπίσει παρατυπίες και ελλείψεις στη διαδικασία, που άφηναν ερωτήματα για τη νομιμότητα της συναλλαγής.
Η απόφαση-σταθμός του 2020 και το «μπαλάκι» στον Άρειο Πάγο
Για χρόνια, η Elbisco κατέγραψε διαδοχικές νίκες στα δικαστήρια. Ωστόσο, το 2020 ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την απόφαση του Εφετείου Αθηνών του 2018 – όχι για την ουσία της υπόθεσης, αλλά για λόγους τυπικής πλημμέλειας (λανθασμένη σύνθεση του δικαστηρίου). Το 2023, νέα απόφαση του Εφετείου δικαίωσε εν μέρει τους Ρεμούνδου, επιδικάζοντας συνολικά 12,25 εκατ. ευρώ, συν τόκους και ποσά ηθικής βλάβης (€250.000 έκαστος), καθώς και επιπλέον δικαστικά έξοδα €202.500.
Ο λόγος στον Άρειο Πάγο
Η Elbisco άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του 2023, η οποία αναμενόταν να κριθεί τελικά από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις 16 Οκτωβρίου 2025. Εν αναμονή της απόφασης, έχει ήδη καταβάλει ποσό άνω των €4,5 εκατ., κυρίως για δαπάνες και διαταγές πληρωμής, διατηρώντας ρητή επιφύλαξη για την επιστροφή τους σε περίπτωση δικαίωσης.
Η εταιρεία δηλώνει αισιόδοξη για την έκβαση της υπόθεσης, υπογραμμίζοντας πως όλες οι αποφάσεις μέχρι και το 2018 την είχαν δικαιώσει, και πως η απόφαση του 2020 από τον Άρειο Πάγο δεν αφορούσε την ουσία, αλλά αποκλειστικά τυπικό ζήτημα. Η Elbisco εκτιμά πως η υπόθεση θα κλείσει οριστικά μέχρι το 2028, με τελική δικαστική της δικαίωση.