Υψηλή παραμένει η αναγνώριση της στρατηγικής σημασίας της Βιώσιμης Ανάπτυξης και των κριτηρίων ESG από τις ελληνικές επιχειρήσεις (8,4/10), ωστόσο η απόσταση μεταξύ πρόθεσης και ουσιαστικής εφαρμογής εξακολουθεί να αποτελεί βασική πρόκληση στο σύνολο των επιχειρήσεων (4,7/10), σύμφωνα με τα πρόσφατα αποτελέσματα της ετήσιας πρωτογενούς έρευνας για τη Βιωσημότητα και τις δράσεις ESG, της ICAP CRIF.
Δείτε ΕΔΩ την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας ESG Pulse.
Η έρευνα διεξήχθη πανελλαδικά το πρώτο δίμηνο του 2026, σε δείγμα 341 επιχειρήσεων. Χαρτογραφεί τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται τη Βιώσιμη Ανάπτυξη και αποτυπώνει τον βαθμό ενσωμάτωσης των πρακτικών ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία, Εταιρική Διακυβέρνηση) στη λειτουργία τους. Παράλληλα, αναδεικνύει το πραγματικό κόστος των δράσεων ESG, τις πιο διαδεδομένες πρακτικές που εφαρμόζονται, αλλά και τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην υλοποίησή τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επίδραση της Οδηγίας Omnibus στο ελληνικό επιχειρείν, καθώς και στα οφέλη — επιχειρηματικά και στρατηγικά — που προκύπτουν από την υιοθέτηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Ακολουθούν τα 6 κυριότερα και πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα της έρευνας:
Υψηλή σημαντικότητα – σταδιακή πρόοδος στην εφαρμογή.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις αξιολογούν τη Βιώσιμη Ανάπτυξη ως εξαιρετικά σημαντική, με μέσο όρο 8,4/10, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικά υψηλή στρατηγική βαρύτητα του ESG. Παράλληλα, καταγράφεται σταδιακή βελτίωση στον βαθμό υιοθέτησης πρακτικών ESG, τόσο σε εταιρικό επίπεδο (6,0/10 το 2026 από 5,7 το 2025), όσο και στο σύνολο των επιχειρήσεων (4,7/10 από 4,4 το 2025), περιορίζοντας – χωρίς να εξαλείφει – το υφιστάμενο χάσμα.
Σταθερή κατανομή πόρων – συγκρατημένες επενδύσεις.
Τα υψηλότερα κονδύλια για ESG δράσεις κατευθύνονται και το 2025 σε περιβαλλοντικές ενέργειες (40%), ακολουθούμενες από τις κοινωνικές δράσεις (34%) και την εταιρική διακυβέρνηση (26%), γεγονός που υποδηλώνει σταθερότητα στη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των εταιρειών (85%) δαπάνησε λιγότερα από €200.000 για δράσεις ESG το 2025.
Θετική τάση αύξησης δαπανών – χαμηλή ωριμότητα συστημάτων.
Ενθαρρυντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι το 41% των επιχειρήσεων αύξησε τις δαπάνες ESG την περίοδο 2025/2024, με μέση ετήσια αύξηση 4% και 11% για όσες εταιρείες δήλωσαν άνοδο των κονδυλίων τους. Παράλληλα, παραμένει χαμηλή η συστηματική παρακολούθηση των ESG επιδόσεων, καθώς 36% των επιχειρήσεων δεν αξιολογεί συστηματικά την πρόοδό του, ενώ το 55% δεν χρησιμοποιεί εξειδικευμένο λογισμικό ESG, αν και μία στις τρεις εταιρείες δηλώνει πρόθεση να αποκτήσει σχετικές λύσεις στο άμεσο μέλλον.
Περιορισμένη εξοικείωση με το κανονιστικό πλαίσιο.
Η εξοικείωση των ελληνικών επιχειρήσεων με την Οδηγία Omnibus (“stop the clock”) καταγράφεται περιορισμένη, καθώς μόλις το 10% δηλώνει σε βάθος γνώση, ενώ 3 στις 10 επιχειρήσεις δεν τη γνωρίζουν καθόλου, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένη ενημέρωση και καθοδήγηση.
Οι απόψεις για την επίδρασή της εμφανίζονται σχεδόν ισοσκελισμένες, με μέρος των επιχειρήσεων να τη θεωρεί ευκαιρία καλύτερης προετοιμασίας και άλλες να εκφράζουν ανησυχία για καθυστερήσεις και εφησυχασμό.
Κόστος και κανονιστική πολυπλοκότητα τα βασικά εμπόδια.
Το κόστος εφαρμογής παραμένει ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την υιοθέτηση ESG πρακτικών (19%), ακολουθούμενο από την πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου και την έλλειψη κινήτρων.
Ισχυρά οφέλη για επιχειρήσεις και κοινωνία.
Παρά τις προκλήσεις, τα οφέλη από την εφαρμογή ESG πρακτικών είναι ξεκάθαρα:
- ενίσχυση εταιρικής εικόνας (82%),
- βελτίωση εργασιακών συνθηκών και προσέλκυση ταλέντων (79%),
- συμβολή στο κοινωνικό σύνολο (79%)
- ενίσχυση εμπιστοσύνης και διαφάνειας (78%).
Συμπερασματικά, η επιχειρηματική έρευνα της ICAP CRIF, καταγράφει πρόοδο στην εφαρμογή πρακτικών ESG, ωστόσο το χάσμα από το επιθυμητό επίπεδο παραμένει. Η επιτάχυνση επενδύσεων, η συστηματική ενσωμάτωση του ESG στη στρατηγική και λειτουργική ατζέντα των επιχειρήσεων, η ενημέρωση των στελεχών και η αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων αξιολόγησης αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη μετάβαση στη νέα εποχή της Βιώσιμης Ανάπτυξης.
Η Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Κλαδικών Μελετών & Εκδόσεων της ICAP CRIF δήλωσε σχετικά:
«Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ο μετασχηματισμός των επιχειρηματικών τους μοντέλων με επίκεντρο τη βιωσιμότητα και τα κριτήρια ESG αποτελεί πλέον κορυφαία στρατηγική επιλογή. Ολοένα και περισσότερες εταιρείες εστιάζουν στη μέτρηση, τη δημοσιοποίηση και την αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων αλλά και των ευκαιριών που προκύπτουν από τη βιώσιμη ανάπτυξη. Στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής υπευθυνότητας, οι επιχειρήσεις δίνουν προτεραιότητα σε δράσεις που συνδυάζουν αποτελεσματικότητα και χαμηλό κόστος υλοποίησης. Αντίστοιχα, οι κοινωνικές δράσεις επικεντρώνονται στο ανθρώπινο δυναμικό, με στόχο τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών και την ευημερία των εργαζομένων, ενώ στον πυλώνα της εταιρικής διακυβέρνησης, η έμφαση δίνεται στην διασφάλιση της μισθολογικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, στην επιχειρηματική ηθική καθώς και στη θέσπιση αξιόπιστων μηχανισμών καταγγελιών, οι οποίοι θωρακίζουν τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της εταιρικής λειτουργίας.»
