Με όχημα τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την αποθήκευση και την εξοικονόμηση, η κυβέρνηση και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ξεδιπλώνουν τον σχεδιασμό τους για τη μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας, την περίοδο 2027-2029.
Το σχέδιο, που παρουσιάστηκε αναλυτικά υπό τον τίτλο «Συμφωνία προόδου και ευημερίας: Οδικός χάρτης για προσιτό ρεύμα σε ορίζοντα τριετίας», δεν στηρίζεται σε μία μόνο παρέμβαση. Αντίθετα, επιχειρεί να παρέμβει σε ολόκληρη την αλυσίδα που διαμορφώνει τον τελικό λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας, από τη χονδρεμπορική αγορά και το κόστος εξισορρόπησης έως τις ΥΚΩ, τις απώλειες του δικτύου, την προμήθεια και τη λιανική αγορά.
Στον πυρήνα της στρατηγικής βρίσκονται οι ΑΠΕ. Η Ελλάδα αξιοποιεί το ισχυρό ηλιακό και αιολικό της δυναμικό και έχει ήδη καταγράψει υψηλές επιδόσεις ως προς τη διείσδυση των πράσινων μορφών ενέργειας. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα, όμως, είναι το φθηνό πράσινο ρεύμα να φτάσει μέχρι τον τελικό καταναλωτή και τον λογαριασμό του.
Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το ΥΠΕΝ: να μετατρέψει την υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ σε πραγματικό και μετρήσιμο όφελος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντιμετωπίζοντας τη χρόνια στρέβλωση κατά την οποία η φθηνή πράσινη ενέργεια δεν αποτυπώνεται αντίστοιχα στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.
Παρεμβάσεις σε όλο τον λογαριασμό
Η φιλοσοφία του κυβερνητικού σχεδίου ξεφεύγει από τα παραδοσιακά εργαλεία στήριξης και δίνει ιδιαίτερο βάρος στην «αυτενέργεια» του καταναλωτή, μέσω της αυτοπαραγωγής και της αυτοκατανάλωσης.
Η λογική είναι ότι όσο μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας παράγεται και καταναλώνεται τοπικά, τόσο περισσότερο περιορίζεται η έκθεση του καταναλωτή στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, στις γεωπολιτικές αναταράξεις και στους εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.
Με άλλα λόγια, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αιτίες και όχι απλώς τα συμπτώματα του ενεργειακού κόστους.
Ο στόχος για μείωση κατά 30% υπολογίζεται σε σχέση με τη μέση τιμή λιανικής των 237,8 ευρώ/MWh που πλήρωσε ο καταναλωτής κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.
Η συγκεκριμένη τιμή, μάλιστα, δεν αφορά μόνο το κόστος προμήθειας ή της ίδιας της ενέργειας. Περιλαμβάνει το κόστος ευστάθειας του συστήματος, τα τέλη δικτύου υπέρ ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, το κόστος των τεχνικών και μη τεχνικών απωλειών του δικτύου, το ΕΤΜΕΑΡ, το κόστος των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, καθώς και τους φόρους.
Επομένως, για να επιτευχθεί η μείωση κατά 30%, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να παρέμβει σε κάθε επιμέρους παράμετρο που διαμορφώνει σήμερα τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.
Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου, καθιστά τη στρατηγική περισσότερο βιώσιμη και ρεαλιστική, καθώς συνυπολογίζει τις δημοσιονομικές και άλλες παράπλευρες επιπτώσεις κάθε μέτρου. Στόχος είναι να αποφευχθεί το φαινόμενο ένα μέτρο που λύνει ένα πρόβλημα να δημιουργεί ένα άλλο, μετατρέποντας το «φάρμακο» σε «φάρμακο με παρενέργειες» για διαφορετικό κομμάτι της αγοράς.
Οι ΑΠΕ στο επίκεντρο
Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθώς η αύξηση της πράσινης παραγωγής εκτιμάται ότι μπορεί να μειώσει το κόστος στη χονδρεμπορική αγορά και ταυτόχρονα να αλλάξει το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας.
Η Ελλάδα, από καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, έχει ήδη περάσει σε τροχιά καθαρού εξαγωγέα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΥΠΕΝ, το 2026, στις περιόδους υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ, η μέση τιμή χονδρικής διαμορφώνεται στα 73 ευρώ/MWh. Με περισσότερες ΑΠΕ και ευνοϊκότερες διεθνείς συνθήκες, η ετήσια μέση χονδρεμπορική τιμή εκτιμάται ότι μπορεί να συγκλίνει προς αυτό το επίπεδο ή ακόμη και χαμηλότερα.
Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στις ώρες κατά τις οποίες δεν υπάρχει επαρκής ηλιοφάνεια.
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η αποθήκευση. Η φθηνή ηλιακή ενέργεια που παράγεται κυρίως τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες μπορεί να αποθηκεύεται και να καταναλώνεται αργότερα, κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες.
Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η ανάγκη να ενεργοποιούνται οι ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου για την κάλυψη της ζήτησης, γεγονός που μπορεί να πιέσει περαιτέρω τις τιμές.
Παράλληλα, η στοχαστικότητα της παραγωγής των ΑΠΕ δημιουργεί προκλήσεις για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος και αυξάνει το κόστος εξισορρόπησης. Και σε αυτό το μέτωπο η αποθήκευση αποτελεί βασικό εργαλείο, καθώς επιτρέπει την καλύτερη κατανομή της πράσινης παραγωγής μέσα στην ημέρα, εξομαλύνοντας τις ανάγκες εξισορρόπησης και, κατ’ επέκταση, περιορίζοντας το σχετικό κόστος.
Από έλλειμμα σε πλεόνασμα το ενεργειακό ισοζύγιο
Η αλλαγή στη θέση της Ελλάδας στην αγορά ενέργειας αποτυπώνεται και στο εμπορικό ισοζύγιο.
Από έλλειμμα 575 εκατ. ευρώ το 2023, η χώρα πέρασε σε πλεόνασμα 438 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η μεταβολή προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το οικονομικό όφελος της πράσινης μετάβασης.
Το στοίχημα πλέον για το ΥΠΕΝ είναι αυτό το όφελος να μην περιοριστεί στα μεγέθη της ενεργειακής αγοράς, αλλά να μεταφραστεί σε χαμηλότερους λογαριασμούς ρεύματος.
Πού θα «χτυπήσει» το σχέδιο
Ο οδικός χάρτης του ΥΠΕΝ προβλέπει μια σειρά παρεμβάσεων σε όλα τα στάδια της αγοράς:
Χονδρεμπορική αγορά: Περισσότερες ΑΠΕ και νέος χωροταξικός σχεδιασμός, ώστε να αυξηθούν οι ώρες φθηνής παραγωγής.
Χονδρεμπορική αγορά και εξισορρόπηση: Επιτάχυνση της ανάπτυξης της αποθήκευσης με χρηματοδότηση 600 εκατ. ευρώ, προκειμένου η φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ να μεταφέρεται στις ακριβότερες απογευματινές και βραδινές ώρες και παράλληλα να περιορίζεται το κόστος εξισορρόπησης.
Από τα 600 εκατ. ευρώ, 400 εκατ. ευρώ προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και 200 εκατ. ευρώ από τη ρήτρα ενεργειακής διαφυγής.
Από τα νέα 200 εκατ. ευρώ, προβλέπονται:
- 50 εκατ. ευρώ για αποθήκευση σε ΟΤΑ,
- 50 εκατ. ευρώ για αυτοκατανάλωση μη οικιακών καταναλωτών,
- 50 εκατ. ευρώ για μεγάλα έργα αποθήκευσης συνδεδεμένα με ΑΠΕ,
- 50 εκατ. ευρώ για αυτοτελείς μπαταρίες.
ΥΚΩ: Προωθούνται οι διασυνδέσεις των νησιών και η ανάπτυξη μικρών έργων ΑΠΕ, με στόχο να περιοριστεί το υψηλό κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά.
Απώλειες δικτύου: Στο επίκεντρο μπαίνει η αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών και των μη τεχνικών απωλειών. Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, οι μη τεχνικές απώλειες κόστισαν περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2022-2024. Η συνέχιση της μείωσής τους μπορεί, επομένως, να αφαιρέσει ένα σημαντικό βάρος από την τελική τιμή του ρεύματος.
Προμήθεια: Επιχειρείται η αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες τελικά μετακυλίονται στο σύνολο των καταναλωτών.
Λιανική αγορά: Στόχος είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών και η μεγαλύτερη κινητικότητα των καταναλωτών προς ανταγωνιστικότερα τιμολόγια.
Μείωση 50% στις ΥΚΩ και «μάχη» με τους κακοπληρωτές
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας κατά 50% για όλους τους καταναλωτές, η ενίσχυση της εποπτείας του δικτύου με τη χρήση και των έξυπνων μετρητών για τον περιορισμό των ρευματοκλοπών, αλλά και η θέσπιση νέου πλαισίου για τον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό».
Το τελευταίο αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών και, κατ’ επέκταση, στη συγκράτηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που επιβαρύνουν την αγορά.
Παράλληλα, το ΥΠΕΝ σχεδιάζει περαιτέρω θωράκιση του χρωματικού κώδικα των τιμολογίων, με τα μπλε σταθερά τιμολόγια να προτεραιοποιούνται στις επιλογές των καταναλωτών.
Στην κατηγορία αυτή, μάλιστα, η ΔΕΗ έχει ήδη πυροδοτήσει εκ νέου τον ανταγωνισμό, λανσάροντας νέο σταθερό τιμολόγιο στα 11,5 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Αυτοπαραγωγή: Ο καταναλωτής γίνεται και παραγωγός
Στην πρώτη γραμμή της στρατηγικής τοποθετεί το ΥΠΕΝ και την αυτοκατανάλωση και αυτοπαραγωγή, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τους εμπορικούς καταναλωτές.
Ο συγκεκριμένος τομέας αναμένεται να στηριχθεί από σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, μεταξύ άλλων από το Κοινωνικό και Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών και την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής.
Τα διαθέσιμα στοιχεία που παρουσίασε το ΥΠΕΝ δείχνουν ότι η παραγωγή ενέργειας για ιδία χρήση έχει ήδη ξεπεράσει το 1,1 GW, με τη μερίδα του λέοντος να προέρχεται από εμπορικούς και βιομηχανικούς καταναλωτές.
Στο μεταξύ, μέσα στις αμέσως επόμενες ημέρες το ΥΠΕΝ αναμένεται να δημοσιεύσει την αναθεωρημένη υπουργική απόφαση για το net-billing, εξέλιξη που εκτιμάται ότι θα αναθερμάνει το ενδιαφέρον της αγοράς και θα επιταχύνει τις νέες συνδέσεις.
Το νέο πλαίσιο θα απλοποιεί το net-billing και θα ανοίγει τον δρόμο για:
- εγκατάσταση μεμονωμένων συστημάτων αποθήκευσης χωρίς έγχυση στο δίκτυο,
- συλλογική αυτοκατανάλωση σε πολυκατοικίες,
- παραγωγή ενέργειας μέσω τρίτου προσώπου,
- εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε μπαλκόνια έως 800 Watt, με ειδικές προδιαγραφές ασφαλείας.
Το μεγάλο στοίχημα: από τη φθηνή παραγωγή στον φθηνότερο λογαριασμό
Η κυβερνητική στρατηγική για την επόμενη τριετία δεν στηρίζεται, επομένως, σε ένα μεμονωμένο μέτρο. Αντίθετα, επιχειρεί να πιέσει ταυτόχρονα όλα τα επιμέρους στοιχεία που διαμορφώνουν την τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.
ΑΠΕ, αποθήκευση, εξισορρόπηση, ΥΚΩ, απώλειες δικτύου, κόστος προμήθειας, ανταγωνισμός στη λιανική, αυτοκατανάλωση και αυτοπαραγωγή μπαίνουν στο ίδιο κάδρο.
Το ζητούμενο είναι σαφές: η Ελλάδα να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα του ήλιου και του ανέμου, να περιορίσει την εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής και να μετατρέψει την αυξανόμενη πράσινη παραγωγή σε πραγματική ελάφρυνση για το νοικοκυριό και την επιχείρηση.
Το αν το σύνολο των παρεμβάσεων θα μπορέσει τελικά να οδηγήσει σε μείωση 30% του ενεργειακού κόστους έως το 2029 θα κριθεί στην πράξη, με το μεγάλο στοίχημα να είναι ένα: το φθηνό πράσινο ρεύμα να πάψει να είναι απλώς ένα πλεονέκτημα της χονδρεμπορικής αγοράς και να γίνει αισθητό στην τσέπη του καταναλωτή.