Υψηλότερες χρεώσεις στα πράσινα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας φέρνει ο Σεπτέμβριος, καθώς η σημαντική άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς τον Αύγουστο δημιουργεί ισχυρές ανοδικές πιέσεις στις τιμές που θα ανακοινώσουν οι προμηθευτές. Το βασικό ερώτημα που αναμένεται να απαντηθεί με τις επίσημες ανακοινώσεις των εταιρειών σήμερα, Τρίτη 1η Σεπτεμβρίου, είναι εάν οι αυξήσεις θα αφορούν το σύνολο της αγοράς ή μόνο συγκεκριμένα προϊόντα και, κυρίως, ποιο θα είναι το ύψος τους.
Το σκηνικό έχει ήδη διαμορφωθεί από την έντονη άνοδο της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τον Αύγουστο. Η μέση τιμή έκλεισε στα 133,40 ευρώ ανά MWh, έναντι 109,95 ευρώ ανά MWh τον Ιούλιο, καταγράφοντας αύξηση 21% μέσα σε έναν μήνα. Η εξέλιξη αυτή προϊδεάζει για αυξήσεις, μικρότερες ή αντίστοιχες, στις χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων από τις εταιρείες προμήθειας.
Η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς αποτελεί βασικό δείκτη για τη διαμόρφωση των τελικών χρεώσεων, χωρίς όμως να είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τις αποφάσεις των προμηθευτών.
Στην τελική εξίσωση παίζει σημαντικό ρόλο το κατά πόσο κάθε εταιρεία έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει μέρος ή το σύνολο των αυξήσεων του κόστους. Παράλληλα, κρίσιμος είναι και ο σχεδιασμός της εμπορικής πολιτικής κάθε προμηθευτή, καθώς οι υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούν συνήθως αποτρεπτικά για τους καταναλωτές και δεν συμβάλλουν στην προσέλκυση νέων πελατών.
Η εικόνα για τον Σεπτέμβριο, ωστόσο, γίνεται πιο σύνθετη εάν ληφθούν υπόψη οι ευρύτερες συνθήκες που επικρατούν στις ενεργειακές αγορές.
Οι τιμές του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό δείκτη TTF έφτασαν σχεδόν στα 70 ευρώ ανά θερμική MWh, ενώ την ίδια στιγμή η ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζει περιορισμούς στο διαθέσιμο παραγωγικό δυναμικό της. Η ξηρασία έχει οδηγήσει σε παροπλισμό υδροηλεκτρικών και πυρηνικών μονάδων, περιορίζοντας περαιτέρω τις διαθέσιμες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, ενώ η αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου παραμένει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο για τη συγκεκριμένη εποχή του έτους.
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα ιδιαίτερα πιεστικό ενεργειακό περιβάλλον, με τον μεγάλο άγνωστο να είναι πλέον η ένταση αλλά και η διάρκεια των πιέσεων. Το πώς αυτές θα μεταφερθούν στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας θα φανεί στα χρηματιστήρια ενέργειας, όπου ήδη καταγράφηκαν σημαντικές αναταράξεις τον Αύγουστο σε ολόκληρη την Ευρώπη, με την κατάσταση να θυμίζει σε ορισμένα χαρακτηριστικά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Το πρόβλημα, πάντως, δεν αφορά μόνο τον Σεπτέμβριο. Οι πιέσεις στις ενεργειακές αγορές είναι πιθανό να διατηρηθούν και κατά τους επόμενους μήνες, επηρεάζοντας τόσο το φθινόπωρο όσο και τον χειμώνα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο και τη Μέση Ανατολή, η οποία έχει προκαλέσει αναστάτωση στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η διαταραχή αυτή έχει δημιουργήσει ελλείψεις στην αγορά και έχει οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές, αυξάνοντας τον κίνδυνο να παραμείνει το ενεργειακό κόστος σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η γενική κατεύθυνση που δίνουν οι αρμόδιες πηγές είναι ανοδική για τις τιμές ενέργειας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον τόσο εάν θα υπάρξουν αυξήσεις, αλλά πόσο μεγάλες θα είναι.
Υπενθυμίζεται ότι τον Αύγουστο οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων διαμορφώθηκαν σε ένα εύρος από 13,8 έως 22,7 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα. Η μέση τιμή ανήλθε στα 17,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, αυξημένη κατά 2% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα.
Οι εξελίξεις στις τιμές θέτουν εκ νέου στο προσκήνιο και το ενδεχόμενο κυβερνητικής παρέμβασης μέσω μέτρων στήριξης των καταναλωτών.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά την κατάσταση και εξετάζει τις πιθανές αντιδράσεις της, έχοντας ως βασικό σημείο αναφοράς το ψυχολογικό όριο των 15 λεπτών ανά κιλοβατώρα. Πάνω από αυτό το επίπεδο έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, κατά συνήθη πρακτική, μηχανισμός επιδότησης.
Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ακόμη ειλημμένη και οριστική απόφαση για την ενεργοποίηση επιδοτήσεων. Το ζήτημα, ωστόσο, παραμένει ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα.