Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο ενεργειακό τεστ, με τον ερχόμενο χειμώνα να μπορεί, υπό συγκεκριμένες δυσμενείς συνθήκες, να αποδειχθεί ιδιαίτερα ακριβός. Η Goldman Sachs εξετάζει σενάριο στο οποίο η τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 100 ευρώ ανά MWh τον Δεκέμβριο, εάν οι ροές LNG από τη Μέση Ανατολή επανέλθουν με αργούς ρυθμούς και η Ευρώπη αναγκαστεί να δώσει μάχη με την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία.
Δεν πρόκειται για το βασικό σενάριο της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας. Αποτυπώνει, ωστόσο, πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει η ισορροπία στην ενεργειακή αγορά εάν συμπέσουν τέσσερις αρνητικοί παράγοντες: χαμηλά ευρωπαϊκά αποθέματα, περιορισμένη προσφορά LNG, αυξημένη ζήτηση από την Ασία και ένας ψυχρότερος από το συνηθισμένο χειμώνας.
Η Ευρώπη είναι σήμερα καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι στην ενεργειακή κρίση του 2022. Η κατανάλωση φυσικού αερίου έχει περιοριστεί, οι ανανεώσιμες πηγές έχουν ενισχυθεί και οι υποδομές εισαγωγής LNG έχουν επεκταθεί σημαντικά.
Την ίδια στιγμή, όμως, έχει αλλάξει ριζικά και ο τρόπος με τον οποίο η ήπειρος εξασφαλίζει το φυσικό αέριο που χρειάζεται. Η δραστική μείωση των ρωσικών ροών μέσω αγωγών έχει στρέψει την Ευρώπη στην παγκόσμια αγορά LNG, δημιουργώντας μια διαφορετική μορφή εξάρτησης: τα ευρωπαϊκά κράτη ανταγωνίζονται πλέον απευθείας τις ασιατικές οικονομίες για τα ίδια φορτία.
Και εκεί βρίσκεται η νέα ευπάθεια.
Τι σημαίνει ένα TTF πάνω από τα 100 ευρώ
Το TTF αποτελεί τον βασικό δείκτη αναφοράς για την τιμολόγηση του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Στις 21 Αυγούστου η τιμή του βρισκόταν κοντά στα 66,9 ευρώ/MWh, γεγονός που σημαίνει ότι μια εκτίναξη πάνω από τα 100 ευρώ θα αντιστοιχούσε σε άνοδο περίπου 50%.
Οι επιπτώσεις, όμως, δεν θα περιορίζονταν στους λογαριασμούς φυσικού αερίου.
Το αέριο παραμένει κρίσιμο για τη θέρμανση, τη βιομηχανία και την ηλεκτροπαραγωγή. Μια μεγάλη και παρατεταμένη αύξηση της τιμής του μπορεί επομένως να διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, συμπιέζοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και δημιουργώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η σύγκριση με το 2022 δίνει το μέτρο του κινδύνου, αλλά και των διαφορών. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την απότομη μείωση των ρωσικών προμηθειών, οι ευρωπαϊκές τιμές είχαν ξεπεράσει ακόμη και τα 300 ευρώ/MWh. Τα 100 ευρώ απέχουν πολύ από εκείνα τα ακραία επίπεδα, παραμένουν όμως ιδιαίτερα υψηλά για μια οικονομία που εξακολουθεί να είναι ευάλωτη στις ενεργειακές αναταράξεις.
Η πρώτη «κόκκινη σημαία» είναι οι αποθήκες
Το βασικό αδύναμο σημείο ενόψει του χειμώνα είναι τα αποθέματα φυσικού αερίου.
Στις 20 Αυγούστου οι ευρωπαϊκές αποθήκες βρίσκονταν περίπου στο 62% της συνολικής δυναμικότητάς τους, έναντι 74% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαπιστώνει άμεση απειλή για την ασφάλεια του εφοδιασμού, ωστόσο η χαμηλότερη πληρότητα σημαίνει ότι η Ευρώπη μπαίνει στην τελική ευθεία για τον χειμώνα με μεγαλύτερες ανάγκες ανεφοδιασμού.
Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η διαθεσιμότητα LNG μπορεί να βρεθεί υπό πίεση.
Εάν οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή παραταθούν και οι ροές δεν αποκατασταθούν γρήγορα, η Ευρώπη θα πρέπει να προσφέρει υψηλότερες τιμές ώστε να προσελκύσει φορτία LNG που διαφορετικά θα κατευθύνονταν προς τις ασιατικές αγορές.
Υπό αυτή την έννοια, τα 100 ευρώ/MWh δεν αποτελούν απλώς μια πρόβλεψη για ακριβότερο φυσικό αέριο. Είναι το επίπεδο στο οποίο ενδέχεται να χρειαστεί να φτάσει η τιμή ώστε η Ευρώπη να κερδίσει τη μάχη για τα διαθέσιμα φορτία.
Το δύσκολο σενάριο για τον χειμώνα
Η μεγαλύτερη απειλή βρίσκεται στον συνδυασμό των αρνητικών παραγόντων.
Εάν η περίοδος θέρμανσης αρχίσει με χαμηλά αποθέματα, οι προμήθειες LNG από τη Μέση Ανατολή παραμείνουν περιορισμένες, η ασιατική ζήτηση κινηθεί σε υψηλά επίπεδα και ο χειμώνας στην Ευρώπη αποδειχθεί ψυχρός, τότε η αγορά θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά σφιχτή ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.
Η κατανάλωση θα αυξηθεί ακριβώς τη στιγμή που η προσφορά θα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Ευρώπη και Ασία θα διεκδικούν τα ίδια φορτία και το βασικό όπλο της ευρωπαϊκής πλευράς για να τα προσελκύσει θα είναι η τιμή.
Σε ένα ακόμη πιο ακραίο σενάριο, με απουσία φορτίων LNG από το Κατάρ και χειμώνα ψυχρότερο από τον μέσο όρο, αναλυτές έχουν υπολογίσει ότι η μέση τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 110 ευρώ/MWh από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο.
Από το φυσικό αέριο στο ηλεκτρικό ρεύμα
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την ηλεκτρική ενέργεια.
Παρά τη θεαματική ανάπτυξη των ΑΠΕ, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή από αιολικά, φωτοβολταϊκά ή υδροηλεκτρικά δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση.
Όταν το αέριο ακριβαίνει, αυξάνεται το κόστος λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου και, σε πολλές ώρες, αυτό αποτυπώνεται απευθείας στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας έχει επισημάνει ότι η κατανάλωση φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε αισθητά το 2025, καθώς η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ενισχύθηκε την ώρα που η παραγωγή από αιολικά και υδροηλεκτρικά υποχώρησε.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο για τον επόμενο χειμώνα. Η Ευρώπη μπορεί να χρειάζεται λιγότερο φυσικό αέριο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να το χρειάζεται στις ώρες που το ενεργειακό σύστημα βρίσκεται υπό μεγαλύτερη πίεση.
Γι' αυτό και μια νέα εκτίναξη του TTF δεν θα έμενε περιορισμένη στην αγορά φυσικού αερίου. Θα μπορούσε να περάσει στο ηλεκτρικό ρεύμα, στη βιομηχανία και τελικά στους καταναλωτές, μετατρέποντας μια αναταραχή στην παγκόσμια αγορά LNG σε ένα νέο ενεργειακό και οικονομικό τεστ για ολόκληρη την Ευρώπη.