Κίνηση - κλειδί για τη θωράκιση του πράσινου χαρτοφυλακίου της ΔΕΗ στη ΝΑ Ευρώπη, την επιτάχυνση του επιχειρηματικού της πλάνου, αλλά και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής, αποτελεί η συμφωνία με τη Metlen για τη κατασκευή από τη τελευταία μπαταριών έως 1.500 MW σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ιταλία.
Τα έργα που πρόκειται να μπουν στη «πρίζα» στις τρεις αυτές χώρες, εκ των οποίων τα πρώτα 1.000 MW εντός δωδεκαμήνου, ανεβάζουν τη τάση για επενδύσεις στην αποθήκευση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ίδια την ευστάθεια των ηλεκτρικών τους συστημάτων, διοχετεύοντας τις ώρες που δεν υπάρχει ήλιος ή άνεμος ποσότητες πράσινης ενέργειας έως και 3.000 Μεγαβατώρες.
Τα νούμερα δεν είναι αμελητέα και δείχνουν τη γενικότερη τάση για τις επενδύσεις που δρομολογούνται στη περιοχή. Μόνο η ΔΕΗ που «παίζει» δυνατά το στοίχημα της ευελιξίας θα τρέξει στη τριετία (2026-2028), έργα 1,5 GW κυρίως σε μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και υδροηλεκτρικά, όπως είχε ανακοινώσει το Νοέμβριο από το Λονδίνο στο πλαίσιο του Capital Markets Day.
Σε πρώτη ανάγνωση, η σύμπραξη δύο κορυφαίων ελληνικών ενεργειακών ομίλων που αξιοποιούν το know-how και ενώνουν δυνάμεις για κινήσεις, όχι εντός Ελλάδος, αλλά στα γήπεδα της ΝΑ Ευρώπης, εκπέμπει σαφές μήνυμα εξωστρέφειας και καταδεικνύει την ωρίμανση της εγχώριας αγοράς.
Είναι η δεύτερη φορά μέσα στη τελευταία διετία που ΔΕΗ και Metlen συνεργάζονται και μάλιστα εκτός συνόρων. Η αρχή είχε γίνει τον Απρίλη του 2024 όταν είχαν ανακοινώσει μια συμφωνία - πλαίσιο σε βάθος τριετίας, για την ανάπτυξη από τη Metlen και την εν συνεχεία απόκτησή τους από τη ΔΕΗΔΕΗ +0,85%, ομάδας μέχρι και 90 φωτοβολταϊκών σε Ιταλία, Βουλγαρία, Κροατία και Ρουμανία.
Στο δια ταύτα της νέας συνεργασίας, συστήνεται ένα joint venture με συμμετοχή κάθε παίκτη σε ποσοστό 50% και με τη μεν Metlen να προσφέρει τη τεχνογνωσία της για τη κατασκευή των έργων, τη δε, ΔΕΗ, το energy management και τις συνέργειες που παρέχει η παρουσία της με φωτοβολταικά και αιολικά σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ιταλία.
Σαν κίνηση, η σύμπραξη των δύο ελληνικών ομίλων μειώνει τα ρίσκα στα επιχειρηματικά τους πλάνα, με τη ΔΕΗ να εξασφαλίζει τη κατασκευή μεγάλου μέρους των μπαταριών που χρειάζεται, προκειμένου η υπερβάλλουσα ενέργεια που παράγουν τα παρακείμενα φωτοβολταϊκά και αιολικά της, να χρησιμοποιείται στην αιχμή της ζήτησης κατά τις βράδυνες ώρες.
Σημειωτέον ότι στις τρεις αυτές αγορές, φιλοδοξεί να αναπτύξει έργα ΑΠΕ που ισοδυναμούν με 5 Γιγαβάτ, δηλαδή με το 40% του συνόλου των 13 Γιγαβάτ που προβλεπει το νέο της business plan, ύψους 10 δισ.
Στις ίδιες πάντως αγορές θα κατασκευάσει και μόνη της μπαταρίες, τόσο δίωρης διάρκειας, όπως τα ελληνικά project «Μελίτη 1» και «Πτολεμαΐδα 4», συνολικής ισχύος 98 MW, όσο και μεγαλύτερες, κατά το μοντέλο του έργου «Αμύνταιο ΙΙ», 50 MW, διάρκειας τεσσάρων ωρών.
Στη περίπτωση πάλι της Metlen, η συμμαχία εξυπηρετεί την εξαγωγή στις γειτονικές χώρες του μοντέλου του καθετοποιημένου utility που εφαρμόζει στην Ελλάδα. Κίνειται δηλαδή στη λογική που ακολουθεί ήδη τα τελευταία χρόνια, της συνεχούς ανάπτυξης φωτοβολταικών και αιολικών στη ΝΑ Ευρώπη και της προσθήκης μπαταριών στο portfolio, προκειμένου να δημιουργήσει ένα ενεργειακό μείγμα παραγωγής με ελκυστικές τιμές το οποίο και διαθέτει μετά σε μεγάλους πελάτες στην ευρύτερη γειτονιά μας.
Και σε αυτό το πλαίσιο, των ανοιγμάτων που κάνει σε πλειάδα χωρών, ευρωπαικών και μη, εντάσσεται και η συνεργασία με τη ΔΕΗ
Σύμφωνα με όσα είχε ανακοινώσει πέρυσι η διοίκηση της «M Renewables», ο πράσινος βραχίονας της Μetlen, στοχεύει να έχει «βάλει στην πρίζα» μέσα στο 2026 συστήματα αποθήκευσης συνολικής παραγωγής πάνω από 3 GWh, τόσο για λογαριασμό πελατών της όσο και στο πλαίσιο του ακολουθούμενου τα τελευταία χρόνια asset rotation.
Η ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής
Εκτός πάντως από την επιχειρηματική της διάσταση, η συνεργασία των δύο παικτών συνδέεται και με τη συμβολή των μπαταριών στην ευστάθεια των ηλεκτρικών συστημάτων της ΝΑ Ευρώπης, περιοχής με ιστορικό έντονων διακυμάνσεων στις τιμές.
Τόσο επειδή οι μπαταρίες υψώνουν ένα «τοίχο» φυσικής αντιστάθμισης κινδύνου έναντι των πολλών ωρών με αρνητικές τιμές και περικοπές που καταγράφονται πλέον σε όλη τη περιοχή, όσο και γιατί λειτουργούν ως ένα φυσικό hedging απέναντι στα χρηματιστηριακά σκαμπανεβάσματα.
Οσο θα μεγαλώνει το capacity στα έργα αποθήκευσης ενέργειας της περιοχής, τόσο θα αξιοποιείται περισσότερο το δυναμικό των ΑΠΕ και άρα θα μειώνεται αντίστοιχα η λειτουργία των ακριβών μονάδων αερίου στην ευρύτερη γειτονιά.
Κρίνοντας από τη συμπεριφορά των χρηματιστηρίων ενέργειας από τότε που ξέπσασε ο πόλεμος στη Μ.Ανατολή, οι ΑΠΕ έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη συγκράτηση των χονδρεμπορικών τιμών. Το γεγονός ότι μια εβδομάδα μετά την ανάφλεξη, η μέση χονδρική τιμή στην Ελλάδα διαμορφώνεται σήμερα στα 87,16 €/ MWh, οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΑΠΕ πρωταγωνιστούν στο ενεργειακό μείγμα με περίπου 44%, περιορίζοντας τη παρουσία του φυσικού αερίου στο 32%, με τη βοήθεια φυσικά και των νερών (18,5%).
Και αυτό αφορά όλο το «βαλκανικό τόξο» που πάσχει σε επενδύσεις σε μπαταρίες και που μέχρι πρόσφατα συνιστούσε ένα συμπαγές μέτωπο υψηλών τιμών χονδρικής, πέριξ των των 150 €/ MWh.
Η εικόνα από το καλοκαίρι και μετά είναι διαφορετική, τόσο λόγω συγκυριών (ισχυροί αέρηδες, πολλά νερά), όσο και εξαιτίας της μαζικής εγκατάστασης ΑΠΕ στη Βαλκανική. Σήμερα πχ λόγω ηλιοφάνειας και αέρηδων, η χονδρική στη Βουλγαρία κινείται στα 88,39 €/ MWh και στη Ρουμανία στα 68,59 €/MWh, τιμές που παρατηρούνται αρκετά συχνά πλέον στις δύο γειτονικές αγορές.