Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται η Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου (ΑΜΚ) του ΑΔΜΗΕ, με τις αγορές να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και την κυβέρνηση να προετοιμάζει τις επίσημες ανακοινώσεις. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές , το ύψος της ΑΜΚ αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 1 δισ. ευρώ, ενώ η σχετική διαδικασία εκτιμάται ότι θα εκκινήσει με ανακοίνωση έως το τέλος του μήνα.
Η κεφαλαιακή ενίσχυση του Διαχειριστή θα υλοποιηθεί σε δύο διακριτά στάδια. Μετά την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, θα κληθούν να συμμετάσχουν οι τρεις βασικοί μέτοχοι: η εισηγμένη ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, που κατέχει το 51%, η ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ με ποσοστό 25% και η κινεζική State Grid Europe Limited με 24%.
Στο πρώτο στάδιο θα προηγηθεί η ΑΜΚ της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, όπου το Ελληνικό Δημόσιο ελέγχει το 51%, ενώ το υπόλοιπο 49% ανήκει σε ιδιώτες επενδυτές. Για να προχωρήσει η διαδικασία, το Δημόσιο θα πρέπει είτε να καλύψει ποσό της τάξης των 250 εκατ. ευρώ είτε να αναζητήσει στρατηγικό επενδυτή που θα αναλάβει μέρος της συμμετοχής, ανοίγοντας το ενδεχόμενο εισόδου νέου μετόχου.
Στο δεύτερο στάδιο θεωρείται δεδομένη η συμμετοχή τόσο της ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ, με περίπου 250 εκατ. ευρώ, όσο και της State Grid, με κεφάλαια που υπολογίζονται στα 240 εκατ. ευρώ.
Σε κάθε σενάριο, το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να διατηρήσει ποσοστό που διασφαλίζει τον έλεγχο του ΑΔΜΗΕ, τουλάχιστον στο 34%. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να διατηρηθεί ακόμη και το σημερινό ποσοστό συμμετοχής, εφόσον εξευρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές.
Στο πολιτικό παρασκήνιο καταγράφεται σταθερή προσήλωση στη διατήρηση του δημόσιου ελέγχου, με δύο βασικές παραμέτρους να καθορίζουν τις αποφάσεις: αφενός τη στρατηγική σημασία του Διαχειριστή σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και αφετέρου την ανάγκη αποφυγής πολιτικών αναταράξεων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλλαγές στη μετοχική σύνθεση μέσω ιδιωτικής συμμετοχής.
Την ίδια στιγμή, το ενδιαφέρον της αγοράς εμφανίζεται ιδιαίτερα αυξημένο. Όπως σημειώνουν παράγοντες του κλάδου, ο ΑΔΜΗΕ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα transmission assets στην Ευρώπη που βρίσκονται αυτή την περίοδο σε διαδικασία ΑΜΚ, γεγονός που προσελκύει επενδυτές με προφίλ μακροπρόθεσμων και σταθερών αποδόσεων.
Κρίσιμος παράγοντας για τον Διαχειριστή είναι ο χρόνος των ανακοινώσεων, προκειμένου να υπάρξει έγκαιρη ενημέρωση των τραπεζών και να ξεκινήσει η εκταμίευση των δανείων. Η χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση των μεγάλων έργων ηλεκτρικών διασυνδέσεων, με αιχμή τα έργα στα Δωδεκάνησα, συνολικού ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, καθώς και εκείνα του Βορείου Αιγαίου, προϋπολογισμού 1,5 δισ. ευρώ.
Από το συνολικό κόστος, περίπου 1,2 δισ. ευρώ θα καλυφθούν μέσω επιχορηγήσεων, όπως το Ταμείο Απανθρακοποίησης και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, ενώ τα υπόλοιπα κεφάλαια θα προέλθουν από δανεισμό, με βασικό πυλώνα την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και πιθανή συμμετοχή κοινοπρακτικών δανείων από τις συστημικές τράπεζες.
Συνολικά, το αναπτυξιακό πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ για την περίοδο 2025–2034 εκτιμάται ότι θα κινηθεί μεταξύ 7,5 και 7,8 δισ. ευρώ.
Στο προσκήνιο και τα data centers
Παράλληλα, σύμφωνα με στελέχη του ΑΔΜΗΕ, βρίσκεται σε εξέλιξη διάλογος με τον ρυθμιστή για το ζήτημα των data centers, καθώς έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις και ενστάσεις. Το επενδυτικό ενδιαφέρον του Διαχειριστή παραμένει ισχυρό, δεδομένου ότι η Ελλάδα διαθέτει επαρκή ηλεκτρικό χώρο και διαθεσιμότητα, ιδίως κοντά σε κόμβους υψηλής τάσης.
Ωστόσο, οι επενδύσεις σε data centers συνοδεύονται από σημαντικές προκλήσεις, καθώς η ανάπτυξη νέων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι σύνθετη, συναντά κοινωνικές αντιδράσεις και αυξάνει το κόστος κεφαλαίου. Για τον λόγο αυτό, αναζητείται ρυθμιστική λύση.
Αν και αρχικά είχαν εκφραστεί επιφυλάξεις από την πλευρά της Ρυθμιστικής Αρχής σε σχέση με ζητήματα ανταγωνισμού, η στάση αυτή φαίνεται να έχει μετριαστεί. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, συνεργασία του ΑΔΜΗΕ με τη ΔΕΗ ή και άλλους παίκτες της αγοράς.
Ήδη, ο Διαχειριστής έχει σχεδιάσει την ανάπτυξη μικρής μονάδας data center κοντά στο Κέντρο Υπερυψηλής Τάσης στο Κρυονέρι, αν και από ρυθμιστικής πλευράς έχουν τεθεί ζητήματα ασφαλείας λόγω της εγγύτητας με κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.