Το νέο έτος αναμένεται να είναι καλύτερο για τη Helleniq Energy σε σύγκριση με το 2025, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύψουν αρνητικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον. Αυτό ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του ενεργειακού Ομίλου, Ανδρέας Σιάμισιης, μιλώντας στη χθεσινή εορταστική εκδήλωση της εταιρείας για τους εκπροσώπους του Τύπου.
Ο κ. Σιάμισιης αποκάλυψε ότι το 2025 έκλεισε με ένα ακόμη σημαντικό ορόσημο για τη Helleniq Energy, καθώς τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς τέθηκε σε λειτουργία ο πετρελαιαγωγός μεταφοράς ντίζελ από το διυλιστήριο της Θεσσαλονίκης προς τις εγκαταστάσεις της ΟΚΤΑ στα Σκόπια.
Όπως εξήγησε, οι πρώτες ημέρες λειτουργίας του αγωγού αφιερώθηκαν στην πιστοποίηση των προδιαγραφών του παραδοτέου προϊόντος, ενώ η πρώτη κανονική εμπορική παράδοση καυσίμου σε πελάτη αναμένεται εντός 10 έως 15 ημερών. Το έργο, συνολικού μήκους 210 χιλιομέτρων, επανενεργοποιείται μετά το 2013, όταν είχε σταματήσει να χρησιμοποιείται για τη μεταφορά αργού πετρελαίου προς διύλιση στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στη Βόρεια Μακεδονία.
«Ο αγωγός μάς δίνει τη δυνατότητα να μεταφέρουμε σύγχρονα καύσιμα με πιο ανταγωνιστικούς όρους στη Βόρεια Μακεδονία, το Κόσοβο και τη Νότια Σερβία, ενώ παράλληλα ανοίγει τον δρόμο και για εξαγωγές καυσίμων τρίτων», σημείωσε. Όπως πρόσθεσε, πέρα από το θετικό οικονομικό αποτύπωμα για τον Όμιλο, το έργο έχει και σαφή περιβαλλοντική διάσταση, καθώς περιορίζει δραστικά τη μεταφορά καυσίμων με βυτιοφόρα.
Εξελίξεις στο upstream και γεωστρατηγική σημασία
Σύμφωνα με τον CEO της Helleniq Energy, το έργο ενισχύει τον Κάθετο Διάδρομο του παραδοσιακού προϊόντος των καυσίμων, αναβαθμίζοντας παράλληλα τον ρόλο της Ελλάδας στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Κάνοντας έναν συνολικό απολογισμό του 2025, ο κ. Σιάμισιης αναφέρθηκε στις εξελίξεις στον τομέα της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων. Όπως επισήμανε, έχουν πραγματοποιηθεί ουσιαστικά βήματα που επιτρέπουν τη λεπτομερή μελέτη του θαλάσσιου υπεδάφους σε μια εκτεταμένη περιοχή, από το βόρειο Ιόνιο έως και νότια της Κρήτης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα θαλάσσια «οικόπεδα» νότια της Κρήτης, τα οποία πρόκειται να παραχωρηθούν στην κοινοπραξία Chevron – Helleniq Energy. Όπως υπογράμμισε, τα συγκεκριμένα οικόπεδα εφάπτονται της μέσης γραμμής οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης, γεγονός που τους προσδίδει αυξημένη γεωστρατηγική σημασία για τη χώρα. Οι σεισμικές έρευνες σε αυτές τις περιοχές τοποθετούνται χρονικά σε ορίζοντα 12 έως 18 μηνών.
Στον ίδιο χρονικό ορίζοντα αναμένεται να κινηθούν και οι ερευνητικές γεωτρήσεις στο μπλοκ 2 του Ιονίου, το οποίο θεωρείται το πιο ώριμο για να προχωρήσει σε γεώτρηση. Υπενθυμίζεται ότι στη συγκεκριμένη παραχώρηση εισήλθε τον Νοέμβριο του 2025 η ExxonMobil, αποκτώντας ποσοστό 60%, ενώ η Energean Hellas διατηρεί το 30% και η Helleniq Energy το 10%.
Αναφορικά με τις δύο παραχωρήσεις στην Κρήτη στις οποίες συμμετέχουν η ExxonMobil και η Helleniq Energy, ο κ. Σιάμισιης ανέφερε ότι οι εξελίξεις φαίνεται να μετατίθενται χρονικά. Όπως εξήγησε, το upstream αποτελεί μια ιδιαίτερα σύνθετη δραστηριότητα, με τις εταιρείες –και ειδικά τον operator, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ExxonMobil– να ιεραρχούν τις επενδύσεις τους παγκοσμίως με βάση τις ευκαιρίες που προκύπτουν.
Θετικές προοπτικές για την Enerwave
Σε ό,τι αφορά την Enerwave, ο επικεφαλής της Helleniq Energy εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος, σημειώνοντας ότι τα πρώτα δείγματα γραφής είναι ενθαρρυντικά. Όπως εκτίμησε, θεωρεί εφικτό η εταιρεία να ξεπεράσει μερίδιο αγοράς 10% μέσα στην επόμενη τριετία.
Αναφερόμενος στα πρόσφατα τιμολόγια που λανσάρισε η Enerwave, σημείωσε ότι δίνεται έμφαση σε προϊόντα φιλικά προς τον καταναλωτή, τα οποία προσφέρουν διαφάνεια και προβλεψιμότητα στο κόστος. Σήμερα, περίπου το 60% του πελατολογίου της βρίσκεται σε μπλε τιμολόγια, ενώ το υπόλοιπο κατανέμεται στα πράσινα και κίτρινα προϊόντα.
Παράλληλα, η εταιρεία προμηθεύει με φυσικό αέριο τα διυλιστήρια του Ομίλου, εισάγοντας ήδη σημαντικές ποσότητες αμερικανικού LNG, ενώ έχει κάνει τα πρώτα βήματα διεθνοποίησης με πωλήσεις καυσίμου στη Βουλγαρία. Υπό εξέταση βρίσκεται η επέκταση της δραστηριότητάς της στην προμήθεια αερίου και σε άλλες βαλκανικές αγορές όπου δραστηριοποιείται ο Όμιλος, όπως η Ρουμανία και η Κροατία. Επιπλέον, εντός της επόμενης τριετίας σχεδιάζεται η είσοδός της και στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εκτός Ελλάδας.
Θερμική παραγωγή, ΑΠΕ και FSRU Θεσσαλονίκης
Η Enerwave έχει αναλάβει και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας του Ομίλου, ξεκινώντας από την Ελλάδα και επεκτεινόμενη σταδιακά και στις «πράσινες» επενδύσεις της Helleniq Energy στο εξωτερικό.
Σε ό,τι αφορά το θερμοηλεκτρικό χαρτοφυλάκιο, έχει ήδη δρομολογηθεί η αναβάθμιση της μονάδας στη Θίσβη, με επένδυση ύψους 50 εκατ. ευρώ. Η αναβάθμιση αναμένεται να ολοκληρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2027 και στοχεύει στην ενίσχυση της ευελιξίας της μονάδας, όχι της δυναμικότητάς της. Όπως σημείωσε ο κ. Σιάμισιης, η Helleniq Energy εξακολουθεί να εξετάζει το ενδεχόμενο κατασκευής τρίτης μονάδας στη Θεσσαλονίκη, αξιολογώντας ποια τεχνολογία θα ήταν καταλληλότερη, σε ένα ηλεκτρικό σύστημα που, όπως υπογράμμισε, παρουσιάζει έλλειμμα ευελιξίας.
Παράλληλα, συνεχίζεται η ωρίμανση του επενδυτικού σχεδίου για την εγκατάσταση πλωτού τερματικού σταθμού LNG (FSRU) στη Θεσσαλονίκη. Η υλοποίηση του έργου, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στη διεθνή αγορά. Ο CEO της Helleniq Energy εμφανίστηκε επιφυλακτικός, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια επένδυση με ορίζοντα δεκαετιών και εκτιμώντας πως μακροπρόθεσμα ενδέχεται να υπάρξει κάποιας μορφής συμβιβασμός μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας. «Αν οδηγηθούμε σε έναν μακροχρόνιο ψυχρό πόλεμο, τότε το φυσικό αέριο θα είναι το τελευταίο πρόβλημα που θα μας απασχολεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, σχολιάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις σε Βενεζουέλα και Ιράν και την πιθανή επίδρασή τους στις αγορές πετρελαίου, ο κ. Σιάμισιης εκτίμησε ότι μια ενδεχόμενη επανένταξη του ιρανικού αργού στην τροφοδοσία της Δύσης, λόγω της ποιότητάς του, θα είχε μακροπρόθεσμα πιο θετικές επιπτώσεις σε σχέση με την επιστροφή του πετρελαίου της Βενεζουέλας. Σε γενικές γραμμές, όπως ανέφερε, δεν αναμένονται περαιτέρω σοβαρές αναταράξεις στις αγορές, μετά τις εξελίξεις με τις εξαγωγές από Ρωσία, Βενεζουέλα και Ιράν.