Οι Έλληνες δεν ελέγχουν όσα διαβάζουν επειδή τα πιστεύουν ή επειδή, αντίθετα, έχουν πάψει να εμπιστεύονται σχεδόν οποιονδήποτε;
Η Ελλάδα εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την προσπάθεια των πολιτών να επαληθεύσουν ειδήσεις και πληροφορίες που συναντούν στο διαδίκτυο. Το εύρημα είναι ανησυχητικό, αλλά ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το ερώτημα που κρύβεται πίσω από αυτό. Οι Έλληνες δεν ελέγχουν όσα διαβάζουν επειδή τα πιστεύουν ή επειδή, αντίθετα, έχουν πάψει να εμπιστεύονται σχεδόν οποιονδήποτε;
Μόλις το 9,8% των Ελλήνων δήλωσε ότι προσπάθησε να επιβεβαιώσει την αλήθεια μιας πληροφορίας
Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 29,2%
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παρουσιάστηκαν για το 2025, μόλις το 9,8% των Ελλήνων ηλικίας 16 έως 74 ετών δήλωσε ότι προσπάθησε να επιβεβαιώσει την αλήθεια μιας πληροφορίας που είδε σε ειδησεογραφική ιστοσελίδα ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τους τρεις μήνες πριν από την έρευνα. Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 29,2%. Δηλαδή, η Ελλάδα βρίσκεται σε απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί σε μια μικρή στατιστική διαφορά.Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν τοποθετηθεί στο ευρύτερο ελληνικό περιβάλλον ενημέρωσης.Δεν είναι μόνο ότι δεν ελέγχουμε. Είναι ότι δεν ξέρουμε ποιον να πιστέψουμε.
Μόλις το 18% των Ελλήνων δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις
Στην Ελλάδα υπάρχει εδώ και χρόνια ένα σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης προς τα μέσα ενημέρωσης. Το Reuters Institute Digital News Report 2026 καταγράφει ότι μόλις το 18% των Ελλήνων δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις, ποσοστό που αποτελεί νέο χαμηλό για τη χώρα στη συγκεκριμένη έρευνα. Παράλληλα, το 60% δηλώνει ότι αποφεύγει μερικές φορές ή συχνά τις ειδήσεις.Το 2025 το αντίστοιχο ποσοστό εμπιστοσύνης ήταν 22%, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των 48 αγορών που εξετάζει το Reuters Institute.Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο.Ο πολίτης μπορεί να μην εμπιστεύεται την τηλεόραση, να μην εμπιστεύεται τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, να θεωρεί ότι τα κοινωνικά δίκτυα είναι γεμάτα υπερβολές και ταυτόχρονα να μην μπαίνει στη διαδικασία να ελέγξει μια πληροφορία σε δεύτερη ή τρίτη πηγή.Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: χαμηλή εμπιστοσύνη δεν οδηγεί αυτόματα σε περισσότερο έλεγχο. Μπορεί να οδηγήσει και σε παραίτηση.Ο πολίτης λέει, ουσιαστικά: «Δεν ξέρω ποιον να πιστέψω, άρα θα δω τι λένε όλοι και θα βγάλω μόνος μου συμπέρασμα».Το πρόβλημα είναι ότι η παράθεση πολλών διαφορετικών ισχυρισμών δεν ισοδυναμεί με αναζήτηση της αλήθειας.
Η Ελλάδα της «άποψης» και όχι της επαλήθευσης
Στο ελληνικό διαδίκτυο υπάρχει μια ιδιαίτερα έντονη κουλτούρα σχολιασμού. Μια είδηση δεν μένει απλώς είδηση. Μέσα σε λίγα λεπτά μετατρέπεται σε πολιτική αντιπαράθεση, προσωπική άποψη, βίντεο στο TikTok, ανάρτηση στο Facebook, σχόλιο στο X ή συζήτηση σε μια διαδικτυακή εκπομπή.
Η μετατόπιση προς τα κοινωνικά δίκτυα έχει δημιουργήσει ένα πολύ πιο κατακερματισμένο περιβάλλον ενημέρωσης
Η πληροφορία αποκτά ταχύτητα, αλλά όχι απαραίτητα ακρίβεια.Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αλλαγές της ψηφιακής εποχής, ο πολίτης δεν ενημερώνεται πλέον μόνο από δημοσιογράφους και οργανωμένα μέσα. Ενημερώνεται από influencers, creators, podcasters, YouTubers, φίλους, γνωστούς, ανώνυμους λογαριασμούς και αλγοριθμικά επιλεγμένο περιεχόμενο. Το Reuters Institute επισημαίνει διεθνώς ότι η μετατόπιση προς τα κοινωνικά δίκτυα και τις πλατφόρμες βίντεο έχει δημιουργήσει ένα πολύ πιο κατακερματισμένο περιβάλλον ενημέρωσης, όπου οι influencers και οι προσωπικότητες του διαδικτύου αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο.
Το 61% των Ελλήνων online χρηστών χρησιμοποιούσε social media για την ενημέρωσή
Στην Ελλάδα αυτή η αλλαγή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν βασικό δρόμο πρόσβασης στις ειδήσεις. Ήδη από το 2024, το Reuters Institute κατέγραφε ότι το 61% των Ελλήνων online χρηστών χρησιμοποιούσε social media για την ενημέρωσή του.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η είδηση συχνά φτάνει στον πολίτη αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο.Βλέπουμε έναν τίτλο,μετά ένα βίντεο 30 δευτερολέπτω, μετά ένα σχόλιο, μετά μια αντίθετη άποψη και τελικά πιστεύουμε ότι έχουμε «ενημερωθεί».Στην πραγματικότητα, μπορεί απλώς να έχουμε καταναλώσει τέσσερις διαφορετικές εκδοχές μιας ιστορίας.Η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει ιστορία. Δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζεται το ελληνικό κοινό ως ένας πληθυσμός που «δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια».
Η εμπιστοσύνη στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης βρίσκεται χαμηλά εδώ και χρόνια. Το Reuters Institute έχει συνδέσει την κατάσταση με την πολιτική πόλωση και τις ανησυχίες των πολιτών για επιρροή από πολιτικούς και ισχυρούς επιχειρηματικούς παράγοντες. Το 2022, μόλις 7% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρούσε ότι τα μέσα ενημέρωσης είναι ανεξάρτητα από αθέμιτη πολιτική ή κυβερνητική επιρροή, ενώ 8% θεωρούσε ότι είναι ανεξάρτητα από αθέμιτη επιχειρηματική ή εμπορική επιρροή.
Η δυσπιστία δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.
Η Ελλάδα έχει βιώσει οικονομική κρίση, έντονη πολιτική πόλωση, συγκρούσεις γύρω από τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και αλλεπάλληλες περιόδους όπου η κοινή γνώμη αμφισβήτησε έντονα την αξιοπιστία θεσμών και δημοσιογραφικών οργανισμών.Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, ζητήματα όπως τα Τέμπη και η κάλυψη μεγάλων πολιτικών υποθέσεων έχουν ενισχύσει τη συζήτηση γύρω από την αξιοπιστία της ενημέρωσης. Το Reuters Institute σημειώνει ότι στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη στα μέσα συνδέεται στενά με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ότι οι πολίτες εκφράζουν έντονες ανησυχίες για πολιτική και επιχειρηματική επιρροή στα μέσα
Όμως η δυσπιστία δεν είναι fact-checking. Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό σημείο.Το να μην πιστεύεις μια είδηση δεν σημαίνει ότι την ελέγχεις. Fact-checking σημαίνει κάτι πολύ πιο απαιτητικό, αναζητώ την αρχική πηγή, διαβάζω ολόκληρη την ανακοίνωση, συγκρίνω διαφορετικά μέσα, εξετάζω τα δεδομένα, ελέγχω αν μια φωτογραφία είναι παλιά ή εκτός πλαισίου και προσπαθώ να διαπιστώσω τι πραγματικά γνωρίζουμε και τι απλώς υποστηρίζεται.Αυτό απαιτεί χρόνο, ψηφιακές δεξιότητες και κυρίως διάθεση να αλλάξουμε γνώμη αν τα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν αυτό που αρχικά πιστεύαμε.Και εδώ υπάρχει μία σημαντική επιφύλαξη για τα στοιχεία της Eurostat: η έρευνα καταγράφει εάν κάποιος δήλωσε ότι προσπάθησε να επαληθεύσει μια πληροφορία. Δεν αποδεικνύει ότι έκανε σωστό ή αποτελεσματικό fact-checking. Παρόμοια, το Reuters Institute επισημαίνει ότι οι αυτοαναφορές για τον έλεγχο πληροφοριών μπορεί να διαφέρουν από την πραγματική συμπεριφορά.Άρα το 9,8% είναι ένα πολύ σημαντικό καμπανάκι, αλλά δεν πρέπει να μεταφραστεί αυθαίρετα σε «μόνο ένας στους δέκα Έλληνες ξέρει τι είναι αληθινό».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ίσως είναι η κόπωση
Υπάρχει και μια δεύτερη εξήγηση που αξίζει να εξεταστεί: η κόπωση από την υπερπληροφόρηση.Το 2025, το Reuters Institute κατέγραψε ότι το 60% των Ελλήνων απέφευγε μερικές φορές ή συχνά τις ειδήσεις, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν.Όταν κάποιος βομβαρδίζεται καθημερινά με πολιτικές αντιπαραθέσεις, κρίσεις, σκάνδαλα, πολέμους, οικονομικές δυσκολίες και αντικρουόμενες πληροφορίες, είναι πιθανό να σταματήσει να ψάχνει. Όχι επειδή δεν τον ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά επειδή έχει κουραστεί να την αναζητά. Και αυτή ίσως είναι μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις της σύγχρονης ενημέρωσης.
Τι σημαίνει αυτό για την ελληνική κοινωνία;
Το πρόβλημα δεν λύνεται λέγοντας στους πολίτες «να μην πιστεύουν όσα βλέπουν στο internet».Ούτε λύνεται με την αντίστροφη λογική ότι πρέπει να εμπιστεύονται αυτομάτως τα παραδοσιακά μέσα.Η λύση βρίσκεται στην ικανότητα ελέγχου της πληροφορίας.Ο πολίτης χρειάζεται να μάθει να κάνει πέντε απλές ερωτήσεις:Ποιος το λέει; Ποια είναι η αρχική πηγή; Υπάρχει δεύτερη ανεξάρτητη επιβεβαίωση; Πότε δημοσιεύτηκε; Τι ακριβώς αποδεικνύουν τα στοιχεία;Αυτές οι ερωτήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα βασικό «φίλτρο» απέναντι στη χειραγώγηση, την υπερβολή και την παραπληροφόρηση.Παράλληλα, ευθύνη έχουν και τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν μπορεί να ζητείται μόνο από το κοινό. Χρειάζεται μεγαλύτερη διαφάνεια για τις πηγές, σαφής διαχωρισμός είδησης και σχολίου, διορθώσεις όταν υπάρχουν λάθη και εξήγηση του τρόπου με τον οποίο προκύπτει μια δημοσιογραφική πληροφορία.
Το ελληνικό παράδοξο:
Η δυσπιστία χωρίς έλεγχο μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνη με την τυφλή εμπιστοσύνη
Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε ένα παράδοξο.Οι πολίτες φαίνεται να εμπιστεύονται λιγότερο από ποτέ την ενημέρωση, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε περισσότερη προσωπική επαλήθευση.Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.Η δυσπιστία χωρίς έλεγχο μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνη με την τυφλή εμπιστοσύνη.Ο άνθρωπος που πιστεύει τα πάντα είναι ευάλωτος στην παραπληροφόρηση. Αλλά και εκείνος που δεν πιστεύει τίποτα μπορεί να γίνει εξίσου ευάλωτος, επειδή τελικά αφήνει τον αλγόριθμο, την παρέα, τον πιο πειστικό influencer ή τον πιο δυναμικό σχολιαστή να αποφασίσει τι θα θεωρήσει αληθινό.Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να επιστρέψουμε στην εποχή όπου υπήρχαν λίγες πηγές ενημέρωσης.Είναι να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που μπορεί να ζει μέσα στην πληθώρα των πληροφοριών χωρίς να χάνει την ικανότητα να ξεχωρίζει το γεγονός από την άποψη, την είδηση από την προπαγάνδα και την πραγματική τεκμηρίωση από μια απλή viral ανάρτηση.Η επίδοση της Ελλάδας στα στοιχεία της Eurostat θα έπρεπε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Όχι για να κατηγορηθούν οι Έλληνες ότι «δεν ψάχνουν την αλήθεια», αλλά για να ανοίξει μια σοβαρότερη συζήτηση: γιατί σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη στα μέσα είναι τόσο χαμηλή, η ανάγκη για ανεξάρτητη επαλήθευση δεν φαίνεται να είναι αντίστοιχα υψηλή;Ίσως τελικά το μεγαλύτερο στοίχημα της ελληνικής κοινωνίας στην ψηφιακή εποχή δεν είναι να αποκτήσει περισσότερες πληροφορίες.Είναι να αποκτήσει καλύτερα εργαλεία για να κρίνει τις πληροφορίες που ήδη έχει.