Η Moody’s προχώρησε σε αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, στέλνοντας ένα νέο θετικό μήνυμα για την πορεία της χώρας και την προσπάθεια περαιτέρω βελτίωσης της πιστοληπτικής της εικόνας.
Η απόφαση του αμερικανικού οίκου για αναβάθμιση του outlook από «σταθερό» σε «θετικό», με αμετάβλητη βαθμολογία στο Baa3, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της κρίσης χρέους και βρίσκεται πλέον στη διαδικασία ενίσχυσης της θέσης της στις διεθνείς αγορές.
Ο οίκος αναγνωρίζει τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη βελτίωση της εικόνας του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, θετικά αξιολογούνται η πορεία των επενδύσεων, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η βελτίωση του τραπεζικού τομέα.
Η κίνηση έρχεται μετά και την πρόσφατη αξιολόγηση της DBRS, η οποία επιβεβαίωσε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB και αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές, επικαλούμενη τη δημοσιονομική βελτίωση και την πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους.
Παρά τη θετική εξέλιξη, οι διεθνείς πιέσεις παραμένουν στο επίκεντρο, καθώς η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη αποτελούν παράγοντες που παρακολουθούν στενά οι αγορές.
Παράλληλα, η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναδεικνύοντας την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η Scope δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμά ότι θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη μείωση να υποστηρίζεται και από τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές. Ο οίκος προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, οι μεγάλες διάρκειες και ο χαμηλός κίνδυνος αναχρηματοδότησης ενισχύουν τη βιωσιμότητά του.
Στην έκθεσή του, ο ίδιος οίκος επισημαίνει επίσης ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει πολύ ισχυρή. Για το 2025 καταγράφει γενικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εκτενής αναφορά γίνεται στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης μέσω των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, που, σύμφωνα με τη Scope, έχει ενισχύσει ουσιαστικά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Παράλληλα, η Scope διαπιστώνει σημαντική ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, ενώ η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στην άνοδο των επενδύσεων, στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.
Ως σημαντικό παράγοντα της βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών, ο οίκος ξεχωρίζει ακόμη την ανάκαμψη των επενδύσεων, σημειώνοντας ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση. Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει τις συνθήκες για επενδύσεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν το 70% των συνολικών διαθέσιμων πόρων.
Η Scope αξιολογεί επίσης ως ισχυρούς τους παράγοντες διακυβέρνησης της χώρας, επισημαίνοντας το σταθερό θεσμικό πλαίσιο, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τις βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογική διοίκηση, στην ψηφιοποίηση και στην αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα.
Ο κύκλος των αξιολογήσεων του 2026 για την ελληνική οικονομία θα ολοκληρωθεί στις 23 Οκτωβρίου με την ετυμηγορία της Standard & Poor’s και στις 6 Νοεμβρίου με την αξιολόγηση της Fitch.
Σε δήλωσή του, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε:
«Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία.
Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία. Επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Αναδεικνύουν, όμως, και μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή μας. Να αξιοποιούμε τη δημοσιονομική πρόοδο για να μειώνουμε ταχύτερα το δημόσιο χρέος, προχωρώντας σε πρόωρες αποπληρωμές. Αυτή η στρατηγική ενισχύει τη θέση της Ελλάδας και την κάνει πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα. Οι σημερινές αποφάσεις, όπως και η επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές, είναι σημαντικές κατακτήσεις μιας πορείας που πρέπει να συνεχίσουμε. Με δημοσιονομική συνέπεια, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες».